ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

των νιάτων μας την εκδικήτρα ορμή την ξεφλούδησαν οι έσχατοι

Παρατηρητήριο

Ούτε μια σοβαρή αριστερά δεν μπορούμε να ’χουμε. Τους πρότεινε ο άλλος να βγάλουν ψεύτικα λεφτά σαν τη Μonopoly να κάνουν αυτοί πως μας πληρώνουν και μεις πως τους πληρώνουμε κι αυτοί ενθουσιάστηκαν και του ζήτησαν να γίνει υπουργός των Οικονομικών. Ουάου yes, το κινηματικό χρήμα… Και συ περίμενες αυτό το νηπιαγωγείο να σε σώσει και να σε οδηγήσει ξανά στη γη της επαγγελίας. Να διαπραγματευτεί με τη Μέρκελ και τον Σόιμπλε και να τους τουμπάρει. Πόσο αφελής μπορείς να είσαι; Αλλά και πόσο επικίνδυνος;

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Κακώς αναστατώνεστε με την υπόθεση της λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές. Βρισκόμαστε στη μακρά και επώδυνη φάση της αποκομμουνιστικοποίησης και ο θόρυβος λογικά θα είναι ισχυρός. Φανταστείτε να εφαρμοστεί η αξιολόγηση των ΔΥ, να πωληθούν όλες οι ΔΕΚΟ, να γίνουν ιδιωτικά πανεπιστήμια κλπ. Μεγάλο μέρος της κοινωνίας θα αντισταθεί μέχρις εσχάτων. Η Ελλάδα κοιλοπονάει την ελευθερία της.

Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Στάθης Καλύβας: Το σύνδρομο του Βισί


από την Καθημερινή
Τ​​ο Βισί είναι μια κωμόπολη της κεντρικής Γαλλίας. Θα ήταν γνωστή μόνο για τα περίφημα ιαματικά της λουτρά αν δεν είχε επιλεγεί ως πρωτεύουσα του λεγόμενου «Γαλλικού Κράτους», ή απλώς «Βισί», μιας οντότητας που δημιουργήθηκε μετά τη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς το 1940, στη λεγόμενη «ελεύθερη ζώνη» της Γαλλίας. Το κομμάτι αυτό δεν περιήλθε σε καθεστώς γερμανικής κατοχής, μολονότι οι Γερμανοί ασκούσαν έλεγχο. Ηγέτης του ήταν ο στρατάρχης Φιλίπ Πετέν, ήρωας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και προσωπικότητα ευρύτατης αποδοχής όταν ανέλαβε το αξίωμα αυτό. Το «Βισί» κατέληξε άδοξα τον Νοέμβριο του 1942 όταν, μετά τη συμμαχική απόβαση στη Βόρεια Αφρική, οι γερμανικές δυνάμεις έθεσαν ολόκληρη τη χώρα υπό την κατοχή τους.
Το «Βισί» δεν υπήρξε απλώς ένα δορυφόρος της ναζιστικής Γερμανίας. Από τη στιγμή της δημιουργίας του επεδίωξε να ενσαρκώσει όχι μόνο τη συνέχεια του γαλλικού κράτους αλλά και την «εθνική αναγέννηση» της κοινωνίας, στοχεύοντας στην αναστροφή της παρακμής που υποτίθεται πως είχε προκαλέσει την ντροπιαστική στρατιωτική ήττα του 1940. Ετσι, το τρίπτυχο της Γαλλικής Επανάστασης «Ελευθερία - Ισότητα - Αδελφότητα» αντικαταστάθηκε με το καινούργιο, «Εργασία - Οικογένεια - Πατρίδα». Το πιο αποκρουστικό έγκλημα του «Βισί» όμως ήταν ότι, με δική του πρωτοβουλία και χρήση της γαλλικής αστυνομίας, έστειλε πάνω από 70.000 Εβραίους στα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου.
Μετά την απελευθέρωση της Γαλλίας αρκετά ηγετικά στελέχη του καθεστώτος εκτελέστηκαν, κάποια με δίκη αλλά και πολλά χωρίς. Πολλοί όμως, όπως ο Μορίς Παπόν, δεν ενοχλήθηκαν και κατόρθωσαν να καταλάβουν ανώτατα κρατικά αξιώματα. Η επίσημη θέση του γαλλικού κράτους αποκρυσταλλώθηκε στην αντίληψη πως το «Βισί» ήταν ένα παράνομο καθεστώς μιας δράκας προδοτών δίχως ευρύτερη υποστήριξη και νομιμοποίηση και πως ο Πετέν δεν ήταν παρά απλή μαριονέτα των Γερμανών. Η μεγάλη πλειονότητα των Γάλλων διανοουμένων αντιμετώπισε το καθεστώς αυτό ως ξένο σώμα μέσα στη σύγχρονη γαλλική ιστορία, δίχως ρίζες στα όσα είχαν προηγηθεί ούτε συνέπειες για τα όσα ακολούθησαν, κάπως σαν ένα μικρό διάλειμμα δίχως μεγάλη σημασία. Η πλειονότητα των Γάλλων το καταδίκαζαν, αλλά αποσιωπούσαν το εύρος του φαινομένου και κυρίως τη σχέση τους μ’ αυτό. Οι Εβραίοι του Βισί θεωρήθηκαν θύματα των Γερμανών και μόνο. Ετσι είναι: κάποιες ενοχλητικές πτυχές της ιστορίας τους οι λαοί προτιμούν να τις βάζουν στην άκρη με μονοκοντυλιά.
Η σιωπή λύθηκε το 1969 με το πολύκροτο ντοκιμαντέρ του Μαρσέλ Οφίλς, «Η λύπη και ο οίκτος», που πρώτη φορά έθεσε ανοικτά το θέμα της ευρείας αποδοχής του «Βισί» από τους Γάλλους, περιγράφοντας τα πολλαπλά κίνητρά τους μέσα από μαρτυρίες που προέρχονταν από την περιοχή του Κλερμόν - Φεράν, αρχετύπου της βαθιάς Γαλλίας. Το ντοκιμαντέρ συνάντησε αρχικά μεγάλες αντιδράσεις, θεωρήθηκε αιρετικό και η γαλλική τηλεόραση αρνήθηκε να το μεταδώσει. Τελικά, προβλήθηκε στους κινηματογράφους λειτουργώντας ως το πρώτο μεγάλο χτύπημα στον μύθο της πάνδημης αντίστασης των Γάλλων εναντίον της γερμανικής κατοχής.
Τρία χρόνια αργότερα, ο πολιτικός επιστήμονας Ρόμπερτ Πάξτον, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, εξέδωσε βιβλίο που πέρασε σχετικά απαρατήρητο στην Αμερική. Οπως υποδηλώνει ο τίτλος του, «Η Γαλλία του Βισί: Παλαιά φρουρά και νέα τάξη, 1940-1944», το βιβλίο αποδομούσε με συστηματικό τρόπο τον μύθο πως το καθεστώς του Βισί είχε απλώς επιβληθεί εκ των άνω και απ’ έξω και πως δεν είχε ευρεία στήριξη μέσα στη γαλλική κοινωνία. Η μετάφραση του βιβλίου στα γαλλικά το 1973 προκάλεσε γενικευμένο σάλο. Η αντίδραση ήταν έντονη και ο Πάξτον κατηγορήθηκε για πολλά αμαρτήματα. Ομως η αναπάντεχη εκδοτική επιτυχία του βιβλίου αυτού, μαζί με την ταινία του Οφίλς, οδήγησε τους Γάλλους σε πιο ώριμες σκέψεις για την περίοδο αυτή. Το 1987, ο Γάλλος ιστορικός Ανρί Ρουσό ανέλυσε με ενάργεια την οδυνηρή αυτή διαδικασία ιστορικής αυτογνωσίας, ονοματίζοντάς τη με τον τίτλο του βιβλίου του, «Το σύνδρομο του Βισί».
Η αυτογνωσία άργησε να περάσει στο πολιτικό επίπεδο. Ο σπουδαίος Σοσιαλιστής πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Μιτεράν, ο οποίος μάλιστα είχε αρχικά συνάψει στενές σχέσεις με το «Βισί», αντιστάθηκε με σθένος στην άποψη πως το γαλλικό κράτος είχε ευθύνη για τις πράξεις του. Αυτό όμως άλλαξε το 1995, όταν ο διάδοχός του, Ζακ Σιράκ, σε μια βαρυσήμαντη ομιλία του αναγνώρισε χωρίς περιστροφές την ευθύνη του γαλλικού κράτους στη θεσμική συγκρότηση του «Βισί» και κατ’ επέκτασιν τη συνενοχή των Γάλλων στις εγκληματικές του πράξεις. Ο νέος Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν εμπνεύστηκε από το παράδειγμά του και στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας τόλμησε να αναφερθεί στα εγκλήματα της γαλλικής αποικιοκρατίας.
Η ιστορική αυτογνωσία απαιτεί μεγάλο θάρρος. Ισως δεν υπάρχει δυσκολότερη κατάκτηση για έναν λαό από την αναγνώριση της ενοχής και των ευθυνών που προκύπτουν από αυτή. Ομως η ιστορική εμπειρία δείχνει πως πολλές φορές, ζητήματα που προσεγγίζονται αρχικά με μεγάλη δυσκολία και προκαλούν επιθετικότητα απέναντι σε όσους τα θέτουν, σταδιακά γίνονται αντικείμενο συζήτησης και έρευνας. Και όταν ωριμάσουν οι συνθήκες, αναγνωρίζονται ως αυτά που πραγματικά ήταν και όχι ως αυτά που πολλοί θα επιθυμούσαν να είναι.
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.
Έντυπη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου