ελευθερία, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

των νιάτων μας την εκδικήτρα ορμή την ξεφλούδησαν οι έσχατοι

Παρατηρητήριο

Ούτε μια σοβαρή αριστερά δεν μπορούμε να ’χουμε. Τους πρότεινε ο άλλος να βγάλουν ψεύτικα λεφτά σαν τη Μonopoly να κάνουν αυτοί πως μας πληρώνουν και μεις πως τους πληρώνουμε κι αυτοί ενθουσιάστηκαν και του ζήτησαν να γίνει υπουργός των Οικονομικών. Ουάου yes, το κινηματικό χρήμα… Και συ περίμενες αυτό το νηπιαγωγείο να σε σώσει και να σε οδηγήσει ξανά στη γη της επαγγελίας. Να διαπραγματευτεί με τη Μέρκελ και τον Σόιμπλε και να τους τουμπάρει. Πόσο αφελής μπορείς να είσαι; Αλλά και πόσο επικίνδυνος;

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ- ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΌΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Κακώς αναστατώνεστε με την υπόθεση της λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές. Βρισκόμαστε στη μακρά και επώδυνη φάση της αποκομμουνιστικοποίησης και ο θόρυβος λογικά θα είναι ισχυρός. Φανταστείτε να εφαρμοστεί η αξιολόγηση των ΔΥ, να πωληθούν όλες οι ΔΕΚΟ, να γίνουν ιδιωτικά πανεπιστήμια κλπ. Μεγάλο μέρος της κοινωνίας θα αντισταθεί μέχρις εσχάτων. Η Ελλάδα κοιλοπονάει την ελευθερία της.

Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Κίμων Χατζημπίρος: Ο χρόνος υπάρχει;





Ex scientia 6 books' journal

Ο χρόνος υπάρχει;

Κίμων Χατζημπίρος

Οι άνθρωποι σκέφτονται τον χρόνο σαν ποτάμι που ρέει ασταμάτητα και τους παρασέρνει. Η αντίληψη αυτή ίσως είναι ψευδαίσθηση που οδηγεί σε μια επιφανειακή κατανόηση του κόσμου. Κάπως σαν το χρώμα που φαίνεται μακροσκοπικά, αλλά τα μικροσκοπικά άτομα της ύλης δεν είναι χρωματιστά ή σαν το χρήμα που κινεί την οικονομία, αλλά δεν έχει πραγματική αξία. Όταν εμφανίζεται μέσα από τα γεγονότα, ο χρόνος θεωρείται κάτι αυτονόητο, τον νοιώθουμε διαισθητικά, όταν όμως απομονωθεί γίνεται αίνιγμα για την σκέψη. Επιπλέον, η ιδέα μας για τον χρόνο επηρεάζεται από την υπαρξιακή σχέση που αναγκαστικά έχουμε μαζί του. Οι δυνατότητες υπέρβασής του ή το ενδεχόμενο να μην υπάρχει είναι θελκτικές προκλήσεις.


Ιστορία

Ο χρόνος γίνεται αντιληπτός σαν ρευστό που διέπει κινήσεις, προκαλεί γήρανση, φθείρει ή διαβρώνει, ωριμάζει καταστάσεις και κρασιά! Πειράματα δείχνουν ότι τα ζώα πλην του ανθρώπου ζουν σ’ ένα συνεχές παρόν, αν και το σώμα τους έχει βιολογικά ρολόγια. Ο άνθρωπος είναι το μοναδικό ον με επίγνωση της μη αναστρέψιμης παρέλευσης του χρόνου. Τα ημερονύκτια, οι εποχές, οι παλίρροιες, οι περιοδικές κινήσεις των ουράνιων σωμάτων δημιούργησαν στις αρχαίες κοινωνίες την ιδέα ενός χρόνου κυκλικού. Σταδιακά, η αύξηση της γνώσης υποχρεώνει τόσο την κοινή γνώμη όσο και την φιλοσοφία να αναθεωρούν τις πεποιθήσεις τους. Η κυκλική αντίληψη της ιστορίας έγινε γραμμική, υπό την επίδραση τεχνολογικών εξελίξεων, αλλά και της θρησκευτικής υπόσχεσης περί κάποιου τέλους. Η εφεύρεση των χρονομέτρων και οι ανάγκες ρύθμισης της κοινωνικής ζωής παρήγαγαν την αίσθηση της γραμμικής ροής ενός χρόνου ομοιογενούς, που μετριέται με ωρολόγια και ημερολόγια.

Η ικανότητα να συνθέτουμε τις εμπειρίες μας σε μονοδιάστατη χρονική συνέχεια είναι ένα πολύπλοκο πρόσφατο προϊόν της βιολογικής και κοινωνικής εξέλιξης.
Χρειάστηκαν αιώνες για να ξεπερασθεί η ιδέα του κυκλικού χρόνου. Η νεωτερική σκέψη έδωσε στον χρόνο φορά προς τα εμπρός και η αναπόφευκτη εξέλιξη επικυρώνει την γραμμικότητά του. Η φιλοσοφία του Διαφωτισμού καλλιέργησε την ιδέα της προόδου, που τους τελευταίους αιώνες θεωρείται περίπου φυσική. Ήδη τον 16ο αιώνα εμφανίζονται εκτιμήσεις ότι ο άνθρωπος προοδεύει και γίνεται ικανός να καταγράφει και να διαδίδει τους μηχανισμούς της εξέλιξής του, μέσω της τυπογραφίας. Διανοούμενοι της ανερχόμενης αστικής τάξης τον 17ο και 18ο αιώνα ονειρεύτηκαν την χειραφέτηση, ενώ ήδη από την Αναγέννηση η επιστήμη έχει αναδυθεί σταδιακά ως καθοριστικός παράγων της κοινωνικής εξέλιξης. 

Θερμοδυναμική, ψυχολογία, κοσμολογία

Ποτέ δεν είδαμε ένα ποτήρι που θρυμματίστηκε στο πάτωμα να ξαναφτιάχνεται αυθόρμητα. Ο πάγος λυώνει αυθόρμητα μέσα στο ζεστό ποτό και το ψύχει, αλλά δεν παρατηρούμε ένα ζεστό ρόφημα και ένα κομμάτι πάγου να παράγονται από ψυχρό ρόφημα. Αιτία είναι το δεύτερο θερμοδυναμικό αξίωμα, ο θεμελιώδης φυσικός νόμος που επιβάλλει την τάση αυθόρμητης αύξησης της εντροπίας ενός συστήματος. Επειδή οι καταστάσεις με μικρότερη εντροπία είναι λιγότερες αλλά όλες οι καταστάσεις έχουν ίσες πιθανότητες, μια τυχαία αλλαγή τείνει στατιστικά να φέρει το σύστημα σε μια κατάσταση αυξημένης εντροπίας. Αν π.χ. το σύστημα ήταν τα κομμάτια ενός παζλ, ένα τυχαίο ανακάτεμα πιθανότατα δεν θα τα έφερνε στη μοναδική κατάσταση της οργανωμένης εικόνας αλλά σε κάποια από τις πολλές καταστάσεις αταξίας. Συνεπώς, η εντροπία προσανατολίζει το θερμοδυναμικό βέλος του χρόνου.  

Βέλος του χρόνου εμφανίζεται στην δραστηριότητα των ανθρώπων, αφού ξέρουν τί συνέβη χθες, όχι τί θα συμβεί αύριο και μπορούν να επηρεάσουν το αύριο, όχι το χθες. Το παρόν των ανθρώπων δεν είναι πάντοτε ακαριαίο, π.χ. η παρακολούθηση της μουσικής υποχρεωτικά συνδυάζει ακούσματα λίγο πριν και λίγο μετά την παρούσα στιγμή. Η υποκειμενική μας αίσθηση παρέλευσης του χρόνου και οι  ιστορικές ή ψυχολογικές μεταβολές συνδέονται με το θερμοδυναμικό βέλος και ίσως οφείλονται στο ό,τι δεν περιγράφουμε τον κόσμο με ακρίβεια και επαρκείς μεταβλητές, όπως η Μηχανική, αλλά με τρόπο στατιστικό, όπως η Θερμοδυναμική.

Η μεταβολή του Σύμπαντος ορίζει το κοσμολογικό βέλος του χρόνου, αφού με αρχή το Big Bang, το Σύμπαν συνεχώς διαστέλλεται. Μετά από 10100 έτη, ακόμα και οι μαύρες τρύπες θα έχουν εξατμισθεί λόγω εκπομπής ακτινοβολίας, οπότε αναμένεται ένα τέλος του χρόνου, ο λεγόμενος θερμικός θάνατος, εκτός αν το Σύμπαν περάσει σε φάση συστολής, οπότε ο χρόνος δεν τελειώνει. Οι αρχικές συνθήκες του Σύμπαντος κάνουν το κοσμολογικό βέλος ομόρροπο του θερμοδυναμικού, το οποίο θεωρείται ότι δεν αλλάζει μέσα στις μαύρες τρύπες ή σε ενδεχόμενη συστολή. Πάντως, αφού οι  εξισώσεις της Μηχανικής που διέπουν την χρονική εξέλιξη του κόσμου είναι συμμετρικές ως προς την φορά του χρόνου, τα πράγματα θα μπορούσαν θεωρητικά να συμβούν και προς την αντίθετη χρονική κατεύθυνση.

Διαισθητικά, υιοθετούμε την λανθασμένη εικόνα του «απόλυτου χρόνου». Η αίσθηση ενός  χρόνου ίδιου για όλους ταιριάζει στην καθημερινή ζωή, δεδομένου ότι γύρω μας βλέπουμε ταχύτητες πολύ μικρότερες από την ταχύτητα του φωτός, δημιουργεί όμως την αυταπάτη ότι υπάρχει ένα παρόν σε όλο το Σύμπαν. Με τον απόλυτο χρόνο του Νεύτωνα, σε κάθε γεγονός αντιστοιχεί μονοσήμαντα μια χρονολογία και σε κάθε δύο γεγονότα μια χρονική διαφορά ανεξάρτητη από τόπο ή χρόνο και μηδενική αν τα γεγονότα είναι ταυτόχρονα. Όμως, σύμφωνα με την σημερινή γνώση, ο κόσμος διέπεται από την Σχετικότητα του Αϊνστάϊν και ο χρόνος δεν είναι εξωτερικό στοιχείο αλλά συνδέεται αξεχώριστα με τον χώρο. Κάθε παρατηρητής έχει τον δικό του χρόνο και ο ιδιαίτερος χρόνος κάθε αντικειμένου καθορίζεται από την γεωμετρία του χωροχρόνου, ήτοι το πεδίο βαρύτητας όπου το αντικείμενο πραγματοποιεί μια χωροχρονική τροχιά. Δεν υπάρχει, μέσα στο Σύμπαν ή έξω, κάποιο ρολόϊ που οι δείκτες του δείχνουν τον παγκόσμιο χρόνο.

Η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας περιγράφει επιτυχώς το Σύμπαν, εκτός από ειδικά σημεία, όπως η κατάσταση προ του Big Bang. Δεν έχει διαψευσθεί ποτέ, ερμηνεύει τα δυαδικά πάλσαρ ή τα προσφάτως παρατηρηθέντα βαρυτικά κύματα και επιβεβαιώνεται από ακριβέστατα ατομικά ρολόγια. Προτείνει ένα τετραδιάστατο Σύμπαν, όπου περικλείονται παρελθόν, παρόν και μέλλον, ενώ η έννοια του ταυτόχρονου είναι σχετική. Γνωστό φανταστικό παράδειγμα οι δίδυμοι: αν ο ένας παρέμενε στη Γη και ο άλλος ταξίδευε με μεγάλη ταχύτητα στο Διάστημα, θα εμφάνιζαν διαφορά ηλικίας στην επόμενη συνάντησή τους. Παρόμοιο αποτέλεσμα έχει οποιαδήποτε σχετική κίνηση δύο πραγμάτων, μόνο που η διαφορική γήρανσή τους είναι αμελητέα στις μικρές ταχύτητες. Το 1971 τοποθετήθηκαν συγχρονισμένα ατομικά ρολόγια σε δύο αεροπλάνα που έκαναν τον γύρο της Γης προς αντίθετες κατευθύνσεις, με αποτέλεσμα τα ρολόγια να δείξουν χρονική διαφορά, σε απόλυτη συμφωνία με την θεωρία. Παρόμοια φαινόμενα συμβαίνουν συνεχώς σε επιταχυντές σωματιδίων: ο χρόνος ζωής ενός ταχέως κινούμενου ασταθούς σωματιδίου φαίνεται διαφορετικός στον ακίνητο παρατηρητή. Τα συστήματα πλοήγησης τύπου GPS θα έκαναν σημαντικά λάθη, αν δεν λάμβαναν υπ’όψη τέτοιες χρονικές διαφορές.

Οι επιστήμονες αναζητούν μια ενιαία θεωρία, όπου θα συνεργάζονται η Σχετικότητα με την Κβαντομηχανική, δηλαδή η μακροσκοπική με τη μικροσκοπική προσέγγιση. Μια απάντηση είναι η θεωρία των χορδών, που προϋποθέτει 4 διαστάσεις του χωροχρόνου και ακόμα 6 διαστάσεις κρυμμένες, εκ των οποίων δύο ή περισσότερες χρονικές! Μια άλλη υπόθεση δέχεται ότι υπάρχει στο Σύμπαν μεγάλη ποσότητα αντιϋλης, ικανή να εξηγήσει γιατί η χρονική συμμετρία παραβιάζεται στο μικροσκοπικό επίπεδο και ταυτόχρονα τί είναι η «σκοτεινή ενέργεια» που, ενεργώντας ως δύναμη αντιβαρύτητας, προκαλεί την παρατηρηθείσα επιτάχυνση της διαστολής του Σύμπαντος.

Αν φαντασθούμε τον χρόνο όχι συνεχή αλλά κβαντισμένο όπως η ύλη και η ενέργεια, ο υποτιθέμενος κόκκος χρόνου, το χρονόνιο, θα ήταν η διάρκεια διαδρομής του φωτός κατά μήκος π.χ. ενός ηλεκτρονίου, διορθωμένη βάσει της σχετικής ταχύτητας του παρατηρητή. Κενά χρόνου δεν θα υπήρχαν αν τα χρονόνια «άγγιζαν» το ένα το άλλο, ενώ κάποιος «δαίμονας του Maxwell» θα μπορούσε, διευθετώντας τα, να αλλάζει τον χρόνο!

Ταξίδια στον χρόνο
Ο επιστημονικός προβληματισμός για το ενδεχόμενο ταξιδιών στον χρόνο διέπεται από λογική συνεκτικότητα, έστω και αν ανατρέπει παγιωμένες αντιλήψεις. Η υπόθεση της σωληνοειδούς διαμόρφωσης (κοσμική σήραγγα ή σκουληκότρυπα) αφήνει θεωρητική δυνατότητα για μακρυνά ταξίδια στον χωροχρόνο. Είναι αναμενόμενο οι άνθρωποι, συνηθισμένοι σε καταστάσεις που εκτυλίσσονται σε χρόνο ίδιο για όλους, να θεωρούν αδιανόητο ένα ταξίδι στο μέλλον, που είναι όμως θεωρητικά πραγματοποιήσιμο. Αν  φύγει κάποιος από την Γη π.χ. το 2100 και ταξιδέψει επί μερικούς μήνες με ταχύτητες κοντά στην ταχύτητα του φωτός, κατά την επιστροφή του το ημερολόγιο θα δείχνει 3100. Οι πραγματικές δυσκολίες είναι μόνο τεχνικής φύσεως, όπως η απαιτούμενη κολοσσιαία επιτάχυνση κ.λπ. Το ταξίδι ενός ανθρώπου στο μέλλον δεν θα άλλαζε την ανέλιξη της πραγματικότητας, υπό τον όρο να μην επιστρέψει ο ταξιδιώτης στο παρόν. Αντίθετα, ένα ταξίδι ανθρώπου στο παρελθόν, ακόμα και χωρίς επιστροφή, φαίνεται ανεπίτρεπτο, αφού θα επηρέαζε την ανέλιξη των σημερινών πραγμάτων, υπονομεύοντας την αρχή της αιτιότητας. Πάντως, η παραδοχή ότι το ένα είναι θεωρητικά εφικτό και το άλλο ανέφικτο εναρμονίζεται μεν με το βέλος του χρόνου αλλά αντιβαίνει στην λογική της συμμετρίας, που έχει αποδειχθεί τόσο γόνιμη στην επιστημονική κατανόηση του κόσμου.

Αυταπάτη;
Φιλόσοφοι και φυσικοί θεωρούν τον χρόνο ως μη ικανοποιητική έννοια. Για ορισμένους σοφούς ο χρόνος δεν υπάρχει, εν τούτοις με τον χρόνο κρίνεται η αξία των σοφών. Στο μέλλον, πιθανώς η επιστήμη να δώσει για την φύση του χρόνου διαφορετική απάντηση, μάλλον ευνόητη και απλή, σύμφωνα και με το “ξυράφι του Occam”. Ας αναλογισθούμε το ηλιοκεντρικό μοντέλο σε σχέση με το γεωκεντρικό του Πτολεμαίου.

Είναι λοιπόν ο χρόνος μια αυτόνομη φυσική οντότητα ή αναδύεται από τις σχέσεις μεταξύ αντικειμένων; Μια θεμελιώδης θεωρία για την φύση δεν χρειάζεται απαραιτήτως να τον περιέχει ως μεταβλητή, η εξέλιξη ή οι αλλαγές μπορούν να περιγράφονται από το πώς τα πράγματα μεταβάλλονται, τα μεν ως προς τα δε. Π.χ. η κατάσταση ενός δυναμικού συστήματος μπορεί μαθηματικά να ορισθεί από τις ν μεταβλητές που αρκούν για την πλήρη περιγραφή του. Η χρονική μεταβολή του συστήματος απεικονίζεται με ν τροχιές σε ισάριθμες διδιάστατες γραφικές παραστάσεις, όπου ο κατακόρυφος άξονας αντιστοιχεί σε μια μεταβλητή και ο οριζόντιος άξονας στον χρόνο. Στον χώρο των φάσεων, η απεικόνιση μπορεί να συμπυκνωθεί σε μια μοναδική τροχιά, με γραφική παράσταση ν διαστάσεων, όπου ο καθένας από τους ν άξονες θα αντιστοιχεί σε μια από τις μεταβλητές του συστήματος και ο χρόνος θα έχει αφαιρεθεί από την εικόνα. Η αλλαγή κάθε μεταβλητής δεν θα εξετάζεται πλέον ως προς τον χρόνο αλλά ως προς τις υπόλοιπες μεταβλητές, δηλαδή η χρονική εξέλιξη θα προσεγγίζεται ως τροποποίηση της σχέσης μεταξύ των πραγμάτων.

Ο απόλυτος χρόνος δεν υπάρχει, συνεπώς δεν είναι το περιέχον του γίγνεσθαι. Μήπως όμως και η αντίληψη της ροής του χρόνου αποτελεί απλώς ανθρώπινη κατασκευή, μια αυταπάτη οφειλόμενη σε ανικανότητα αναπαράστασης του χωροχρόνου; Εξ άλλου, στην πράξη, δεν μετράμε τον ίδιο τον χρόνο, απλώς συγκρίνουμε διάρκειες, π.χ. ο Γαλιλαίος μετρούσε τον σφυγμό του σε σχέση με την διάρκεια ταλάντωσης ενός εκκρεμούς.

Η παρατηρούμενη μη αναστρεψιμότητα του χρόνου θεωρείται παραφωνία στη μαθηματική προσέγγιση του κόσμου. Η εντύπωση χρονικής ροής, άρα η διάκριση παρελθόντος και μέλλοντος, πιθανώς οφείλεται σε άγνοια της λεπτομέρειας, που οδηγεί σε στατιστική περιγραφή της πραγματικότητας.

Η αίσθηση του χρόνου παρουσιάζει ομοιότητες με την αίσθηση των κατευθύνσεων προς τα πάνω ή προς τα κάτω στην επιφάνεια της Γης, οι οποίες χάνονται αν κοιτάξουμε το Σύμπαν. Αλλάζοντας λοιπόν οπτική, ίσως ερμηνεύσουμε το περίεργο πράγμα που ονομάζουμε χρόνο.

Για να μάθετε περισσότερα

Τεύχος με 14 άρθρα (2016). Le temps, La Recherche Hors-Série, 20, pp 4-98.

Αφιέρωμα με 4 άρθρα (2010). Le temps n’existe pas, La Recherche, 442, pp 38-49.

Τεύχος με 22 άρθρα (2001). Le temps, La Recherche Hors-Série, 5, pp 8-110.

Stephen Hawking (1988). Το χρονικό του χρόνου, Κάτοπτρο, 266 σελ.


Gerald James Whitrow (1975). The nature of time, Pelican Books, 146 p.

Αλέξης Ηρακλείδης: Κραν Μοντανά: Το Κυπριακό αδιέξοδοΚραν Μοντανά: Το Κυπριακό αδιέξοδο

Από το chronos
Με τη διάσκεψη του Κραν Μοντανά στην Ελβετία, την αποτυχημένη ύστατη προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού στο πλαίσιο μιας διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας, ανοίγει πλέον για τα καλά η αυλαία για το Plan B, το «βελούδινο διαζύγιο», αλλά έρχεται στο προσκήνιο, όσο ποτέ άλλοτε, και το χειρότερο δυνατό σενάριο για τη Λευκωσία και την Αθήνα, το ανταγωνιστικό διαζύγιο, δηλαδή η οριστική διχοτόμηση, χωρίς καν επιστροφή εδαφών, με τη «Βόρεια Κύπρο» στην ουσία ή στην πράξη τουρκική επαρχία και τα τουρκικά στρατεύματα εσαεί στην άτυχη μεγαλόνησο. 
Η ευθύνη για την αποτυχία στο Κραν Μοντανά βαραίνει τις τρεις από τις τέσσερις πλευρές: την Άγκυρα, την Αθήνα και την ελληνοκυπριακή ηγεσία υπό τον Νίκο Αναστασιάδη. Και οι τρεις επέδειξαν αδιάλλακτη στάση και καμία διάθεση για αμοιβαίους συμβιβασμούς. Η ειρωνεία είναι ότι και οι τρεις φαίνονται ικανοποιημένοι (και δικαιωμένοι) από τη στάση τους στο Κραν Μοντανά: η μεν Αθήνα και η Λευκωσία γιατί διατύπωσαν «παλικαρίσια» το πλέον επιθυμητό γι’ αυτούς («το ευκταίον» και ας γνώριζαν ότι ήταν παντελώς ανέφικτο) και με το να θεωρούν ότι κατάφεραν να επιρρίψουν το βάρος της μη υπέρβασης του αδιεξόδου στην τουρκική πλευρά (κάτι πολύ χρήσιμο και για εσωτερική κατανάλωση), η δε Άγκυρα με το να αναδείξει ότι η μαξιμαλιστική στάση Αθήνας - Λευκωσίας δεν ανταποκρίνεται στη λογική της ειρηνικής επίλυσης, η οποία προϋποθέτει διάθεση για αμοιβαίους συμβιβασμούς, και επιπλέον στόχευε στο να κόψει τον ομφάλιο λώρο Τουρκοκυπρίων - Τουρκίας, θέτοντας σε κίνδυνο το μέλλον των Τουρκοκυπρίων. 
Ωστόσο καμιά από τις υπάρχουσες εκκρεμότητες δεν ήταν αγεφύρωτη και κανένα από τα εμπόδια δεν αποτελούσε λόγο για να θυσιαστεί η επίλυση όπως συνέβη. Επίσης, το βέβαιο είναι ότι οι ζημιωμένοι από το Κραν Μοντανά είναι οι Ελληνοκύπριοι (διχοτόμηση πλέον με βεβαιότητα, τουρκικά στρατεύματα στην Κύπρο χωρίς ελπίδα αποχώρησης) και οι Τουρκοκύπριοι (η πατρίδα τους τουρκική επαρχία στην ουσία ή και στην πράξη). Η δε Αθήνα, εγκλωβισμένη σε έναν αναχρονιστικό εθνοκεντρισμό, αδυνατεί για μία ακόμη φορά να χαράξει μια νηφάλια εξωτερική πολιτική που θα την εδραίωνε ως παράγοντα σταθερότητας στην περιοχή (σε λίγο φοβάμαι ότι θα έχουμε και νέο ατόπημά της, με το Μακεδονικό, αν επιλέξει το βέτο στην είσοδο της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ). Τελικά κερδισμένη από το Κραν Μοντανά ήταν μόνο η Τουρκία –ή, για την ακρίβεια, η σχολή των απορριπτικών στην Τουρκία– που είχε τη μεγάλη ικανοποίηση να δει τη Λευκωσία και την Αθήνα να της προσφέρουν τη «Βόρεια Κύπρο» σε ασημένιο δίσκο.
Το προφανές ερώτημα είναι γιατί έλαβε χώρα η στροφή 180 μοιρών τους τελευταίους μήνες από πλευράς ελληνοκυπριακής ηγεσίας, ενώ πριν ο Αναστασιάδης και οι συνεργάτες του ήταν έξαλλοι με τις απανωτές «τρικλοποδιές» του απορριπτικού Νίκου Κοτζιά (γνωστό θιασώτη του εθνικιστή Τάσσου Παπαδόπουλου, ο οποίος επιδίωκε, εξωπραγματικά και άδικα, ελληνοκρατούμενη Κύπρο με τους Τουρκοκύπριους στο περιθώριο); Υπάρχουν εδώ δύο απαντήσεις. Η πρώτη, που είναι μικρής εμβέλειας, είναι ότι η απρόσμενη στροφή Αναστασιάδη οφείλεται 1) σε μικροπολιτικό ελιγμό ενόψει των προεδρικών εκλογών του Φεβρουαρίου του 2018 (αυτόν τον κίνδυνο τον είχε επισημάνει ο Ακιντζί στα τέλη του 2016, αλλά ο Αναστασιάδης δεν τον είχε αποδεχθεί) και 2) στον παράγοντα Ερντογάν, υπό την έννοια ότι οτιδήποτε και αν συμφωνήσουν οι δύο ηγέτες μπορεί, αν θέλει, να το τορπιλίσει, οπότε προς τι οι συνομιλίες, αν στο τέλος είναι καταδικασμένες να αποτύχουν λόγω Τουρκίας. 
Νομίζω όμως ότι ήρθε η στιγμή να βάλουμε το νυστέρι λίγο βαθύτερα, στη στάση της ελληνοκυπριακής πλευράς. Συγκεκριμένα ότι η στροφή Αναστασιάδη, που έφτασε στο σημείο να ταυτιστεί με την απορριπτική γραμμή της Αθήνας, οφείλεται στο φόβο του πολιτικού κόστους γιατί, δυστυχώς, μέχρι και σήμερα η λύση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας δεν είναι αρεστή στους μισούς περίπου Ελληνοκυπρίους και από αρκετούς άλλους γίνεται αποδεκτή με δυσκολία ως ύστατη λύση ανάγκης. 
Εδώ βρισκόμαστε στην κορυφή του παγόβουνου, στο ότι εντέλει «η μη λύση είναι λύση» για τους Ελληνοκύπριους, δηλαδή ότι προτιμητέα είναι η διχοτόμηση αλλά δεν έχουν την ειλικρίνεια να το πούνε ευθαρσώς. Ας δούμε γιατί κατά βάθος προτιμούν τη διχοτόμηση.
1. Πέρα από τη στάση των απορριπτικών εθνικιστών Ελληνοκυπρίων (τους οποίους τους υπολογίζω στο 45-50%) υπάρχει και το εξής βασικό πρόβλημα: μετά από μισό αιώνα και πλέον (από τις αρχές του 1964) μονοπώλησης του κυπριακού κράτους («σφετερισμού» κατά τους Τουρκοκύπριους) από τους Ελληνοκύπριους, δεν φαίνεται να υπάρχει μεγάλη διάθεση από την πλευρά της πλειονότητας των Ελληνοκυπρίων για «μοίρασμα της εξουσίας» (power-sharing) με τους Τουρκοκύπριους. Ειδικά το πληθυσμιακό ποσοστό του 80-20% δεν συμβάλλει στην κατανόηση του πόσο εκ των ων ουκ άνευ είναι η αποδοχή της πολιτικής και νομικής ισότητας μεταξύ των δύο κοινοτήτων σε μία επανενωμένη Κύπρο (το εύλογο ελληνοκυπριακό ερώτημα που τίθεται είναι γιατί να είναι ίσα τα τέσσερα πέμπτα του πληθυσμού με το ένα πέμπτο)(1). Οι νεότερες γενιές των Ελληνοκυπρίων είναι αδιάφορες για την επανένωση, μια και δεν έχουν καν την εμπειρία της ένωσης και της από κοινού συμβίωσης, έχει δε παρατηρηθεί ότι δεν σπεύδουν να επισκεφτούν το βορρά. Επίσης υπάρχει και ένα άλλο συναφές ζήτημα που αποτελεί τεράστιο αγκάθι στην επανένωση: η υποτίμηση των Τουρκοκυπρίων από τους περισσότερους Ελληνοκύπριους. Η «ισότητα εκτίμησης» (parity of esteem) μεταξύ των δύο κοινοτήτων, όπως αναγράφεται εύστοχα στο κείμενο της επίλυσης του Βορειοϊρλανδικού, ισχύει μόνο για μία μερίδα των Ελληνοκυπρίων (τους υπολογίζω, στην καλύτερη περίπτωση, στο 30-40%). Από την άλλη οι Τουρκοκύπριοι, που ούτε κουφοί είναι, ούτε τυφλοί, εισπράττουν αυτή τη στάση περιφρόνησης των Ελληνοκυπρίων, με αποτέλεσμα να μουδιάζουν στην ιδέα της ένωσης (γιατί να δεχθούν μια λύση που γι’ αυτούς μπορεί να αποβεί χειρότερη από την παρούσα κατάσταση). 
2. Οι δύο πλευρές, στην πλειονότητα τους, και ειδικότερα οι Ελληνοκύπριοι, ταυτίζονται με την ελληνικότητα και την Ορθοδοξία και την τουρκικότητα και το Ισλάμ αντιστοίχως, και λιγότερο με την κυπριακή τους ταυτότητα. Χαρακτηριστικό είναι ότι δημοφιλέστερη είναι η ελληνική και η τουρκική σημαία, όχι η κυπριακή, η οποία, όπως εύστοχα έχει λεχθεί, είναι η μόνη σημαία στον κόσμο για την οποία κανένας πολίτης της δεν θα θυσιαζόταν. 
3. Ο φόβος του αγνώστου με την επανένωση (όπως και πριν, κατά την εποχή του Σχεδίου Ανάν) ενώ η σημερινή κατάσταση, παρά τα μειονεκτήματά της, δεν είναι δυσβάστακτη. Είναι σχετικά «βολική» και για τις δύο πλευρές (ή, για την ακρίβεια, για τους περισσότερους). Επίσης, υπάρχει και ο φόβος δυσκολίας στην εφαρμογή των συμφωνηθέντων ή ακόμη και πισωγυρίσματος από τη μία ή την άλλη πλευρά, ειδικά αν το δημοψήφισμα με «Ναι» θα ήταν οριακό, που είναι και το πιο πιθανό αν δεν επικρατήσει το «Όχι». 
Υπάρχει και το γνωστό ζήτημα των υδρογονανθράκων, που και αυτό βρίσκεται σήμερα στην επικαιρότητα. Κανονικά το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει κίνητρο για επανένωση (και όχι για διχασμό του νησιού), και αυτό για τρεις λόγους: 1) χωρίς την επανένωση οι διεθνείς εταιρείες είναι αμφίβολο αν θα διακινδυνεύσουν την εξόρυξη φυσικού αερίου, γιατί γενικά αποφεύγουν να εμπλέκονται σε περιπτώσεις αμφισβητούμενες ή σε περιοχές που υφίστανται διενέξεις, 2) χωρίς την επανένωση που θα οδηγούσε στην πιο οικονομική λύση σε σχέση με τη μεταφορά (μέσω Τουρκίας, τη σαφώς φθηνότερη οδό) το κόστος μεταφοράς του φυσικού αερίου είναι απαγορευτικό (είτε με την κατασκευή σταθμού υγροποίησης του φυσικού αερίου στη Δημοκρατία της Κύπρου, που υγροποιημένο μετά θα μεταφερθεί με ειδικά κατασκευασμένα πλοία, είτε με την κατασκευή υποθαλάσσιου αγωγού από την Κύπρο στην Κρήτη και από εκεί η μεταφορά με πλοία στην ηπειρωτική Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη) και 3) χωρίς την επανένωση παραμένει η τουρκική απειλή, που ναι μεν είναι υπερβολική και απαράδεκτη, πλην όμως η Άγκυρα έχει ένα ατού – ότι η Λευκωσία, εγωιστικά, επιζητεί να στερήσει από τους Τουρκοκύπριους κάτι που είναι και δικό τους και όχι αποκλειστικά ελληνοκυπριακό.
Ωστόσο, το φυσικό αέριο αντί για κίνητρο επίλυσης ήρθε να προστεθεί ως ένα ακόμη εμπόδιο στη λύση, καταρχήν γιατί η μεν Δημοκρατία της Κύπρου δεν δείχνει καμία διάθεση γενναιοδωρίας, ειδικά όσο βρίσκεται ακόμη σε δεινή οικονομική κατάσταση, λόγω των μέτρων της Ε.Ε. Επίσης, για τους Ελληνοκύπριους θα ήταν τελείως ανήκουστο να εξαρτώνται από την Τουρκία, κάτι που θα συνέβαινε σε περίπτωση μεταφοράς των υδρογονανθράκων μέσω αυτής. Και αν στο θέμα της έλλειψης γενναιοδωρίας μπορεί κανείς να μεμφθεί την ηγεσία της Δημοκρατίας της Κύπρου, στο θέμα της εξάρτησης κραδαίνει ένα πολύ πειστικό επιχείρημα: με δεδομένη τη σημερινή χείριστη κατάσταση στην Τουρκία υπό τον Ερντογάν, που δεν σέβεται καν στοιχειωδώς τους δημοκρατικούς και κοσμικούς (secular) Τούρκους πολίτες, τους Κούρδους Τούρκους πολίτες, τους Αλαουίτες ή τις μειονότητες, θα σεβαστεί άραγε τις ανάγκες των Κυπρίων; 

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Επιστολή δεσμεύσεων Τσίπρα προς ΔΝΤ


Από την Καθημερινή
Πλαφόν στον αριθμό των συμβασιούχων που θα προσληφθούν το 2017 και το 2018 δεσμεύεται να θέσει η κυβέρνηση με την επιστολή που έστειλε προς το ΔΝΤ, ζητώντας τη συμμετοχή του στο ελληνικό πρόγραμμα.
Η επιστολή (letter of intent) που υπογράφουν ο πρωθυπουργός, ο υπουργός Οικονομικών και ο διοικητής της ΤτΕ, συνοδεύεται από μια λίστα 21 δεσμεύσεων (διαρθρωτικά ορόσημα) τα οποία πρέπει να υλοποιηθούν έως τον Ιούνιο του 2018. Μεταξύ αυτών, περιλαμβάνεται και η θεσμοθέτηση αυξημένης απαρτίας (50%) στις συνελεύσεις των εργαζομένων προκειμένου να αποφασίσουν απεργιακές κινητοποιήσεις.
Αναλυτικά, με την επιστολή στην οποία είχε πρόσβαση η «Κ», η κυβέρνηση δεσμεύεται μεταξύ άλλων για τα εξής:
1. Να υιοθετήσει νομοθεσία, έως τον Σεπτέμβριο, με την οποία θα τίθεται ανώτατο όριο στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου για το 2017 και το 2018 και θα διασφαλίζεται πως όποιες συμβάσεις μετατραπούν από ορισμένου σε αορίστου χρόνου με δικαστικές αποφάσεις δεν θα επηρεάζουν τους στόχους του μεσοπρόθεσμου προγράμματος 2018-2021.
2. Να ολοκληρώσει τον επανυπολογισμό των συντάξεων (Δεκέμβριος 2017).
3. Να διορίσει ανεξάρτητους ελεγκτές για την εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα (Σεπτέμβριος 2017).
4. Να εξισώσει τις αντικειμενικές με τις εμπορικές αξίες των ακινήτων (Δεκέμβριος 2017).
5. Εως τον Σεπτέμβριο να υιοθετηθούν αλλαγές στον συνδικαλιστικό νόμο, που θα προβλέπουν ότι προκειμένου να υπάρχει απαρτία για να αποφασιστεί απεργία θα πρέπει να συμμετέχει το 50% των εργαζομένων που εκπροσωπούνται στα σωματεία.
6. Να ολοκληρώσει την εφαρμογή των συστάσεων του ΟΟΣΑ για την απελευθέρωση των αγορών (toolkit III).
7. Nα υιοθετήσει οριζόντια μέτρα προκειμένου να διευκολυνθεί η αδειοδότηση επενδύσεων.
8. Να νομοθετήσει την άρση των περιορισμών (γεωγραφικών, τιμολόγησης, εγκατάστασης κ.λπ.) σε σημαντικά επαγγέλματα, όπως παροχής υγείας, νομικών υπηρεσιών κ.ά.
9. Να εφαρμόσει πλήρως το πλαίσιο του εξωδικαστικού συμβιβασμού.
10. Να θέσει σε πλήρη εφαρμογή το σύστημα ηλεκτρονικών πλειστηριασμών για δανειολήπτες που δεν εξυπηρετούν τα δάνειά τους.
Στην επιστολή, που απευθύνεται στην κ. Λαγκάρντ, αναφέρεται πως το πρόγραμμα που αιτούνται η ελληνική κυβέρνηση και η ΤτΕ θα έχει διάρκεια 13 μηνών και 12 ημερών και θα περιλαμβάνει χρηματοδότηση 1,6 δισ. ευρώ. «Η διευκόλυνση θα λήξει στις 31 Αυγούστου 2018, λίγο μετά τη λήξη του προγράμματος του ESM», αναφέρεται.
Η ελληνική πλευρά δεσμεύεται ότι θα εφαρμόσει πλήρως τις μεταρρυθμίσεις που έχουν ψηφιστεί ώστε να επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι του μνημονίου. Σε περίπτωση που υπάρχει απόκλιση από τους στόχους, θα ληφθούν διορθωτικά μέτρα. Στη συνέχεια, αναφέρονται τα μέτρα που έχουν ήδη θεσμοθετηθεί για τη διετία 2019-2020, δηλαδή η περικοπή της προσωπικής διαφοράς στις συντάξεις και η μείωση του αφορολογήτου ορίου. Επίσης, προκειμένου να διασκεδαστούν οι ανησυχίες του Ταμείου, σημειώνεται πως το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, το υπουργείο Δικαιοσύνης και ανεξάρτητοι νομικοί έχουν γνωμοδοτήσει πως οι περικοπές στις συντάξεις και η μείωση του αφορολογήτου είναι συνταγματικές.
Σε ό,τι αφορά τη βιωσιμότητα του χρέους, αναφέρεται ότι δεν έχει ακόμη διασφαλιστεί, παρά την εφαρμογή των δημοσιονομικών μέτρων, τη γενναιόδωρη χρηματοδότηση από τους επίσημους πιστωτές και τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης που αποφάσισε το Eurogroup. Ετσι, θα απαιτηθεί περαιτέρω ελάφρυνση, η οποία θα δοθεί υπό την προϋπόθεση ότι θα ολοκληρωθεί το πρόγραμμα.
Τέλος, αναφέρεται ότι η υλοποίηση του προγράμματος θα αξιολογείται από το ΔΝΤ ανά 6μηνο και προτείνεται η πρώτη αξιολόγηση να γίνει στις 15 Φεβρουαρίου του 2018 και η δεύτερη στις 15 Αυγούστου του ίδιου χρόνου.

Τέλης Σαμαντάς: Αποχαιρετώντας τη DOCUMENTA 14



Από τη σελίδα του στο facebook



Τελευταία ημέρα σήμερα για τη DOCUMENTA 14. Μια έκθεση που μας έδωσε (ή, για να είμαστε ακριβέστεροι και ακριβοδίκαιοι: που μου έδωσε, προσωπικά) την αφορμή για ποικίλες σκέψεις και προβληματισμούς όσον αφορά ορισμένες σύγχρονες τάσεις της Τέχνης: για τη διεύρυνση των ορίων της∙ για την τάση υπέρβασης των κλασικών εννοιών του «ωραίου» ή της «συγκίνησης»∙ για τη συνάντηση της με την αντίστοιχη διεύρυνση των επιστημών του ανθρώπου και ειδικά της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας∙ για τη (γόνιμη σε ορισμένες περιπτώσεις) διαπλοκή της με ακτιβιστικές πρακτικές∙ για την τάση της αναβάθμισης του «χειροτεχνήματος» σε «καλλιτέχνημα»∙ για την αγωνία πολλών καλλιτεχνών να υπερκεράσουν τα όρια, που η συγκεκριμένη τέχνη τους επιβάλλει, με το να επεκταθούν και σε πεδία άλλων τεχνών (όπως πχ, μουσικά έργα που δημιουργούσαν «ηχοτοπία», διευρύνοντας, πάει να πει, τη χρονική τους υπόσταση στο χώρο, ή εικαστικά που διείσδυαν στο μουσικό χρόνο)∙ για την ανάδειξη έργων τέχνης από καλλιτέχνες υποδεέστερων, καλλιτεχνικά, για τη δυτική αντίληψη χωρών –και μερικές άλλες, που δεν είναι του παρόντος. 


Συμπυκνώνοντας, σκέψεις και προβληματισμούς πάνω στο καίριο ερώτημα: «Τι αποκαλούμε και αποδεχόμαστε στην εποχή μας ως έργο τέχνης; Και τι Τέχνη, γενικότερα;». Φυσικά το ερώτημα προκύπτει αβίαστα: «Ολα τα έργα της DOCUMENTA 14 είναι καλά ή ωραία;» Ασφαλώς και όχι. Κι αυτό πέρα από την προσπάθεια (πραγματική ή τεχνητή) υπέρβασης αυτών των εννοιών. Αν όμως θέλαμε να σύρουμε μια διαχωριστική γραμμή, το πιθανότερο θα ήταν να τη χαράζαμε ανάμεσα στα έργα εκείνα που περιορίζονταν σε κάποιο μονοδιάστατο –πολιτικό, ή άμεσα ακτιβιστικό, συνήθως- μήνυμα και σε εκείνα που σε προσκαλούσαν σε δεύτερη και τρίτη ανάγνωση, εμπλουτίζοντας με δευτερογενή και τριτογενή νοήματα την αρχική, πρώτη θέαση. Ωστόσο, συχνότατα, ακόμη και σε αυτά τα έργα –της δεύτερης κατηγορίας- ήταν αναγκαία η παρουσία κάποιου «ξεναγού»: η διαμεσολάβηση, δηλαδή, μεταξύ του έργου και του θεατή κάποιου που θα σου προσέφερε τη γνώση των συνθηκών παραγωγής του έργου, της έμπνευσης και της στόχευσης του, της προσωπικότητας και της ζωής του καλλιτέχνη, της ένταξης του έργου μέσα σε ένα ευρύτερο κοινωνικο-καλλιτεχνικό γίγνεσθαι. 


Και τότε και μόνο τότε, σε πολλές περιπτώσεις, θα έκανε την εμφάνιση της η αναγκαία για την απόλαυση του έργου συγκινησιακή φόρτιση. Πράγμα που σημαίνει πως η έννοια της «αδιαμεσολάβητης» τέχνης –ιδεολογική σημαία και πολιτική κάλυψη πολλών σύγχρονων καλλιτεχνικών ρευμάτων- απλώς δεν είναι παρά ένα σκέτο, κενό νοήματος, σύνθημα. Όπως όμως σκέτα συνθήματα και μάλιστα ιδιαίτερα παρωχημένα είναι οι «ενστάσεις» περί «αποκιοκρατικής» ιδεολογίας της έκθεσης ή περί «μεταμοντερνικού χυλού» -ένθεν κακείθεν προερχόμενες. Η, επί το λαϊκότερον: «καθρεφτάκια για τους ιθαγενείς» ή «φύκια για μεταξωτές κορδέλλες». «Συνθήματα», που μάλλον είναι δηλωτικά μιας εντόπιας καθήλωσης στο εσωστρεφές και το ήδη «γνωστό και ασφαλές» κοινότοπο, σε αντίθεση με το εξωστρεφές και το καινοτόμο –πράγμα που, έστω και στοιχειωδώς, έστω και ως προβληματισμό μας προσέφερε η DOCUMENTA 14. 
Και για τελειώνουμε με μια απολύτως προσωπική πινελιά, «ελαφρότερη»: ο Γιώργος Σαμαντάς (αριστερά) και ο Τέλης Σαμαντάς (δεξιά, για να μη μπερδευόμαστε) σε ρόλο κάτι ανάμεσα σε «τεχνοφύλακες» ή «Blues Brothers» -εισβολείς- perfomers –κατά μία έννοια της ίδιας της DOCUMENTA- μπροστά στις τελετουργικές μάσκες του Beau Dick από τη φυλή των Kwakwaka’wakw του Καναδά. (Για δοκιμάστε να το πείτε τρείς φορές σωστά, όπως το έκανε ο Γιώργος, κατά την ξενάγηση μας ως μέλος του «χορού» - «εξειδικευμένος ξεναγός», πάει να πει- και τα ξαναλέμε). Όπως τα ξαναλέμε και για όλα τα προηγούμενα. (Προσέχοντας πάντα ν' ακούμε τι λέμε -όπως υπονοεί και η μάσκα του Beau Dick).

Κώστας Σοφούλης: Νομοσχέδιο για τα ΑΕΙ: Προς τι το μίσος και ο σπαραγμός;



Από το  e-kyklos

Κατατέθηκε το Νομοσχέδιο για την αντιμεταρρύθμιση των ΑΕΙ και φυσικό είναι να ξεκινήσει η κριτική που άλλωστε είχε ξεκινήσει ήδη από την περίοδο της κοντοπόδαρης «διαβούλευσης». Όσοι έχουν πρακτική αντίληψη της πανεπιστημιακής καθημερινότητας παρουσιάζουν ήδη σε διάφορα fora τα σχόλιά τους στο περιεχόμενο και τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου. Όμως, ό νέος νόμος θα αφορά ένα πεδίο για το οποίο τεκμαίρεται ζωηρό ενδιαφέρον της κοινωνίας και όφειλε τουλάχιστο να περιλαμβάνεται στην καθημερινή ατζέντα του υπεύθυνου πολίτη. Ή μάλλον ακριβέστερα, ο πολύς κόσμος ενδιαφέρεται σχεδόν αποκλειστικά για ορισμένα πιασάρικα στοιχεία της νομοθεσίας και όχι για τον πυρήνα της ζημιάς που κάνει στο βαθύτερο κοινό συμφέρον.

Γιατί, αυτός ο κόσμος είναι πρακτικά αδύνατο να εστιάσει το ενδιαφέρον του στις βαθύτερες λεπτομέρειες των ρυθμίσεων που επιχειρεί ο νέος νόμος. Φυσικό είναι να αναζητά μια αναδιαμόρφωση της εικόνας σύμφωνα με τις δικές του δυνατότητες εστίασης και κατανόησης. Οι λεπτομερείς προβλέψεις του νόμου αποτελούν εκφράσεις μιας εσωτερικής γλώσσας που κατανοούν και χρησιμοποιούν αποτελεσματικά κυρίως οι ακαδημαϊκοί, για τους οποίους τα ζητήματα αυτά αποτελούν ουσιώδες στοιχείο της καθημερινότητάς τους. Σε ένα διάλογο με αυτή την γλώσσα θα ήταν ματαιοπονία να περιμένουμε ότι μπορεί να συμμετάσχει ο μέσος έστω και υπεύθυνος πολίτης. Χρειάζεται, προφανώς, μια ερμηνευτική διαμεσολάβηση από κάποιους που είναι μεν γνώστες του όλου πεδίου, αλλά έχουν και την διάθεση να επεξεργαστούν μια μακροσκοπική εικόνα εκφρασμένη σε γλώσσα του καθημερινού πολιτικού διαλόγου όπως τον κατανοούν οι ευφυείς, ας πούμε, συμπολίτες μας. Μια τέτοια μακροσκοπική κριτική εικόνα για την διευκόλυνση του μέσου πολίτη, θα επιχειρήσω στο σημείωμά μου αυτό.

Η ratio, η κεντρική στόχευση, του νόμου που προτείνεται ανάγεται σε σκοπιμότητες και ιστορίες που πηγαίνουν τριανταπέντε χρόνια πίσω στην πολιτική και ιδεολογική μας Ιστορία. Τότε που αναπτύχθηκε το «κίνημα των βοηθών και παρασκευαστών» κάτω από την λεοντή του εκδημοκρατισμού του ελληνικού πανεπιστημίου. Το πρόβλημα υπαρκτό τότε, αλλά η προβαλλόμενη λύση απατηλή και στρεβλή. Πράγματι, το σύστημα οργάνωσης και διοίκησης των τότε πανεπιστημίων μας, παρά την Χουμπολτιανή επίφαση των τυπικών δομών και διαδικασιών που ίσχυαν, ήταν στην πραγματικότητα δημιούργημα του ακροδεξιού αυταρχισμού που, για να μην πάμε πολύ μακρύτερα, είχε ενσωματωθεί στο πολιτικό μας σύστημα από την Μεταξική δικτατορία και δώθε. Ήταν ένα σύστημα όπου η ισχύς των καθηγητών που κατείχαν «έδρα» μετατράπηκε σε αυταρχισμό των τακτικών καθηγητών, και η εξάρτηση από το Κράτος μετέτρεψε το πανεπιστήμιο, από πεδίο ελευθερίας της έρευνας και διάδοσης της γνώσης, σε πιστό υπηρέτη τη λογικής των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων, οριζοντίως εφαρμοζόμενης για φοιτητές και διδάσκοντες. Σε αυτή την κατάσταση βρήκε τα πανεπιστήμια μας η δικτατορία των συνταγματαρχών που, στην αυταρχική δομή, ήλθε να προσθέσει και τον θεσμό του Επιτρόπου στα Πανεπιστήμια για τον πλήρη πολιτικό και ιδεολογικό έλεγχό τους.
Από άποψη ανθρώπινου (ακαδημαϊκού) υλικού, η δικτατορία βρήκε τα πανεπιστήμια δομημένα σε δύο ιεραρχικά αυστηρά εξαρτώμενες ομάδες: Τους τακτικούς καθηγητές που διατηρούσαν πλήρη έλεγχο των ακαδημαϊκών λειτουργιών και την μάζα πάσης άλλης μορφής διδασκόντων που μαζί με τους γνωστούς βοηθούς και παρασκευαστές συνωθούνταν στα στενά πλαίσια μιας άτυπης και νεποτικής ιεραρχικής εξέλιξης επιδιώκοντας με οσφυοκαμπτικές τακτικές κάποια ολοκληρωμένη ακαδημαϊκή καριέρα. Ανάμεσα στο σχετικά περιορισμένο πλήθος των μη- καθηγητών διδασκόντων (εντεταλμένοι υφηγητές κυρίως) υπήρχαν αξιόλογοι πνευματικοί άνθρωποι που είχαν λάθρα εισχωρήσει στο σύστημα, βοηθούμενοι συνήθως από τους ελάχιστους τακτικούς καθηγητές που διατηρούσαν την ακαδημαϊκή ακεραιότητά τους μέσα στον ζόφο της ημιφασιστικής πλειονότητας των εδρών. Αυτοί οι επίλεκτοι εκπρόσωποι της «αδικημένης ακαδημαϊκής ελίτ» αποτέλεσαν το άλλοθι μιας πολυπληθέστερης και άσχετης με το ήθος τους ομάδας που αργότερα θα διεκδικούσε ελευθερία από την καταπίεση της έδρας και «δικαιοσύνη», όπως θα δούμε. Χωρίς να το θέλουν, έγιναν σημαία στα χέρια τρίτων για τον εκχυδαϊσμό του αιτήματος για ένα δημοκρατικό πανεπιστήμιο.
Η άλλη ομάδα των καταπιεσμένων μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας ήταν οι ποικιλώνυμοι «βοηθοί», και «παρασκευαστές» για τις έδρες που από τη φύση τους δικαιολογούσαν την λειτουργία εργαστηρίων. Επρόκειτο για άτομα που ελέω υποστήριξης κάποιου καθηγητή, είχαν διοριστεί σε θέσεις βοηθητικές της διδασκαλίας και της εργαστηριακής δραστηριότητας που ανέπτυσσαν οι καθηγητές των εδρών, δηλαδή οι τακτικοί καθηγητές. Επρόκειτο για άτομα που χρωστούσαν τα θέση τους αποκλειστικά στην εύνοια κάποιου καθηγητή και είχαν εισέλθει στην υποτυπώδη ακαδημαϊκή ιεραρχία κυριολεκτικά από το παράθυρο, δηλαδή χωρίς καμία τυπική αδιάβλητη και διαφανή διαδικασία. Η εικόνα που έχουμε για την ομάδα αυτή της ακαδημαϊκής κοινότητας ήταν η εικόνα δουλικά υποτελών της καθηγητικής αυθεντίας, που έδιναν πολλές φορές την τυπική εικόνα του ανθρώπου που κρατάει τον χαρτοφύλακα του καθηγητή του και σπεύδει να σβήνει με τον σπόγκο τον πίνακα όπου ο αυθέντης έγραφε τις σοφίες του. Αυτό που κάνει εκ των υστέρων συμπαθή κάπως την ομάδα αυτή, είναι ότι στην διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών, μερικοί από αυτούς έχασαν την δουλειά τους επειδή δεν κατάφεραν να διατηρήσουν το πιστοποιητικό κοινωνικό φρονημάτων που ήταν απαραίτητο για την παραμονή στη θέση τους. Αυτοί, όμως, ήταν ελάχιστοι.
Η ομάδα αυτή των πληβείων της ακαδημαϊκής κοινότητας, με το παλιό σύστημα δεν είχε την παραμικρή ελπίδα εξέλιξης στην ακαδημαϊκή ιεραρχία χωρίς την απαραίτητη υποστήριξη σε ατομική βάση κάποιου τακτικού καθηγητή. Για τον λόγο αυτό, η ατομική τους συμπεριφορά κατ’ ανάγκη διαμορφώνονταν κατά το πρότυπο μάλλον μιας δουλικής υποταγής στον επιλεγμένο προστάτη παρά στην αξιοπρεπή διεκδίκηση προοπτικής στην ακαδημαϊκή ιεραρχία με βάση κάποια αντικειμενική, ιεραρχική και διαφανή διαδικασία αξιολόγησης. Επρόκειτο για «τάξη» σκλάβων που ούτε να ονειρευτούν δεν τολμούσαν την ακαδημαϊκή τους αξιοκρατική χειραφέτηση.
Η δικτατορία βρήκε την λίγο πολύ εκκαθαρισμένη από αξιοκρατικές εξαιρέσεις αυτή την ομάδα των πληβείων της ακαδημαϊκής κοινότητας και ανοιχτή σε νέες νεποτικές προσθήκες. Και πράγματι, στα επτά χρόνια της δικτατορίας, όσοι από τους τακτικούς καθηγητές μπορούσαν να διεκδικήσουν την δική τους επιθυμία νομιμοποίησαν τους υπηρετούντες αλλά συνάμα είχαν την δυνατότητα να εμπλουτίσουν τον πληθυσμό των βοηθών και παρασκευαστών με νέα μέλη που με τη σειρά τους μπορούσαν να περάσουν επιτυχώς την δοκιμασία του πιστοποιητικού κοινωνικών φρονημάτων. Έτσι, η μεταπολίτευση βρήκε τα πανεπιστήμιά μας αφενός ασφυκτιούντα μέσα στο αυταρχικό σύστημα της έδρας «αλλά γκρέκα» (το Χουμπολτιανό σύστημα δεν φέρει καμία ευθύνη καθεαυτό για την στρεβλή απομίμηση) και αφετέρου φορτωμένο με μερικές εκατοντάδες «δούλων» του αυταρχικού συστήματος που δεν έβλεπαν κανένα μέλλον για τον εαυτό τους εκτός αν κάποιος τους άνοιγε έξωθεν και άνωθεν τον δρόμο για κάποιου είδους ιεραρχική εξέλιξη. Τα δύο αυτά κοινής προέλευσης στοιχεία παθογένειας (οι εντεταλμένοι υποτελείς της έδρας και οι βοηθοί και παρασκευαστές) του ακαδημαϊκού συστήματος ήταν πρώτης τάξεως συστατικά για μια συμμαχία εκ των κάτω που θα είχε ως θεμέλιο την εξυπηρέτηση ατομικών υπερεσιακών συμφερόντων και όχι κατ’ ανάγκη συμφερόντων του πανεπιστημιακού συστήματος εν συνόλω αλλά εύκολα θα καλύπτονταν κάτω από σημαία ιδεολογικού αγώνα υπέρ της δικαιοσύνης και της ελευθερίας. Κάτω από την σημαία του εκδημοκρατισμού, δηλαδή, η μάζα αυτή των ουσιαστικά ανέστιων στελεχών διεκδικούσε το δικαίωμα να κάνει καριέρα στο πανεπιστήμιο με μόνο ακαδημαϊκό εφόδιο κατά κανόνα την «αδικία» που είχε υποφέρει όλα αυτά τα χρόνια του αυταρχισμού. Αναζητούσαν ευκαιρία να αναδειχτούν ως πρόσωπα της ακαδημαϊκής κοινότητας και να βγουν από την ανωνυμία των παρελκόμενων της «έδρας».

Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Στάθης Καλύβας: Το σύνδρομο του Βισί


από την Καθημερινή
Τ​​ο Βισί είναι μια κωμόπολη της κεντρικής Γαλλίας. Θα ήταν γνωστή μόνο για τα περίφημα ιαματικά της λουτρά αν δεν είχε επιλεγεί ως πρωτεύουσα του λεγόμενου «Γαλλικού Κράτους», ή απλώς «Βισί», μιας οντότητας που δημιουργήθηκε μετά τη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς το 1940, στη λεγόμενη «ελεύθερη ζώνη» της Γαλλίας. Το κομμάτι αυτό δεν περιήλθε σε καθεστώς γερμανικής κατοχής, μολονότι οι Γερμανοί ασκούσαν έλεγχο. Ηγέτης του ήταν ο στρατάρχης Φιλίπ Πετέν, ήρωας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και προσωπικότητα ευρύτατης αποδοχής όταν ανέλαβε το αξίωμα αυτό. Το «Βισί» κατέληξε άδοξα τον Νοέμβριο του 1942 όταν, μετά τη συμμαχική απόβαση στη Βόρεια Αφρική, οι γερμανικές δυνάμεις έθεσαν ολόκληρη τη χώρα υπό την κατοχή τους.
Το «Βισί» δεν υπήρξε απλώς ένα δορυφόρος της ναζιστικής Γερμανίας. Από τη στιγμή της δημιουργίας του επεδίωξε να ενσαρκώσει όχι μόνο τη συνέχεια του γαλλικού κράτους αλλά και την «εθνική αναγέννηση» της κοινωνίας, στοχεύοντας στην αναστροφή της παρακμής που υποτίθεται πως είχε προκαλέσει την ντροπιαστική στρατιωτική ήττα του 1940. Ετσι, το τρίπτυχο της Γαλλικής Επανάστασης «Ελευθερία - Ισότητα - Αδελφότητα» αντικαταστάθηκε με το καινούργιο, «Εργασία - Οικογένεια - Πατρίδα». Το πιο αποκρουστικό έγκλημα του «Βισί» όμως ήταν ότι, με δική του πρωτοβουλία και χρήση της γαλλικής αστυνομίας, έστειλε πάνω από 70.000 Εβραίους στα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου.
Μετά την απελευθέρωση της Γαλλίας αρκετά ηγετικά στελέχη του καθεστώτος εκτελέστηκαν, κάποια με δίκη αλλά και πολλά χωρίς. Πολλοί όμως, όπως ο Μορίς Παπόν, δεν ενοχλήθηκαν και κατόρθωσαν να καταλάβουν ανώτατα κρατικά αξιώματα. Η επίσημη θέση του γαλλικού κράτους αποκρυσταλλώθηκε στην αντίληψη πως το «Βισί» ήταν ένα παράνομο καθεστώς μιας δράκας προδοτών δίχως ευρύτερη υποστήριξη και νομιμοποίηση και πως ο Πετέν δεν ήταν παρά απλή μαριονέτα των Γερμανών. Η μεγάλη πλειονότητα των Γάλλων διανοουμένων αντιμετώπισε το καθεστώς αυτό ως ξένο σώμα μέσα στη σύγχρονη γαλλική ιστορία, δίχως ρίζες στα όσα είχαν προηγηθεί ούτε συνέπειες για τα όσα ακολούθησαν, κάπως σαν ένα μικρό διάλειμμα δίχως μεγάλη σημασία. Η πλειονότητα των Γάλλων το καταδίκαζαν, αλλά αποσιωπούσαν το εύρος του φαινομένου και κυρίως τη σχέση τους μ’ αυτό. Οι Εβραίοι του Βισί θεωρήθηκαν θύματα των Γερμανών και μόνο. Ετσι είναι: κάποιες ενοχλητικές πτυχές της ιστορίας τους οι λαοί προτιμούν να τις βάζουν στην άκρη με μονοκοντυλιά.
Η σιωπή λύθηκε το 1969 με το πολύκροτο ντοκιμαντέρ του Μαρσέλ Οφίλς, «Η λύπη και ο οίκτος», που πρώτη φορά έθεσε ανοικτά το θέμα της ευρείας αποδοχής του «Βισί» από τους Γάλλους, περιγράφοντας τα πολλαπλά κίνητρά τους μέσα από μαρτυρίες που προέρχονταν από την περιοχή του Κλερμόν - Φεράν, αρχετύπου της βαθιάς Γαλλίας. Το ντοκιμαντέρ συνάντησε αρχικά μεγάλες αντιδράσεις, θεωρήθηκε αιρετικό και η γαλλική τηλεόραση αρνήθηκε να το μεταδώσει. Τελικά, προβλήθηκε στους κινηματογράφους λειτουργώντας ως το πρώτο μεγάλο χτύπημα στον μύθο της πάνδημης αντίστασης των Γάλλων εναντίον της γερμανικής κατοχής.
Τρία χρόνια αργότερα, ο πολιτικός επιστήμονας Ρόμπερτ Πάξτον, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, εξέδωσε βιβλίο που πέρασε σχετικά απαρατήρητο στην Αμερική. Οπως υποδηλώνει ο τίτλος του, «Η Γαλλία του Βισί: Παλαιά φρουρά και νέα τάξη, 1940-1944», το βιβλίο αποδομούσε με συστηματικό τρόπο τον μύθο πως το καθεστώς του Βισί είχε απλώς επιβληθεί εκ των άνω και απ’ έξω και πως δεν είχε ευρεία στήριξη μέσα στη γαλλική κοινωνία. Η μετάφραση του βιβλίου στα γαλλικά το 1973 προκάλεσε γενικευμένο σάλο. Η αντίδραση ήταν έντονη και ο Πάξτον κατηγορήθηκε για πολλά αμαρτήματα. Ομως η αναπάντεχη εκδοτική επιτυχία του βιβλίου αυτού, μαζί με την ταινία του Οφίλς, οδήγησε τους Γάλλους σε πιο ώριμες σκέψεις για την περίοδο αυτή. Το 1987, ο Γάλλος ιστορικός Ανρί Ρουσό ανέλυσε με ενάργεια την οδυνηρή αυτή διαδικασία ιστορικής αυτογνωσίας, ονοματίζοντάς τη με τον τίτλο του βιβλίου του, «Το σύνδρομο του Βισί».
Η αυτογνωσία άργησε να περάσει στο πολιτικό επίπεδο. Ο σπουδαίος Σοσιαλιστής πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Μιτεράν, ο οποίος μάλιστα είχε αρχικά συνάψει στενές σχέσεις με το «Βισί», αντιστάθηκε με σθένος στην άποψη πως το γαλλικό κράτος είχε ευθύνη για τις πράξεις του. Αυτό όμως άλλαξε το 1995, όταν ο διάδοχός του, Ζακ Σιράκ, σε μια βαρυσήμαντη ομιλία του αναγνώρισε χωρίς περιστροφές την ευθύνη του γαλλικού κράτους στη θεσμική συγκρότηση του «Βισί» και κατ’ επέκτασιν τη συνενοχή των Γάλλων στις εγκληματικές του πράξεις. Ο νέος Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν εμπνεύστηκε από το παράδειγμά του και στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας τόλμησε να αναφερθεί στα εγκλήματα της γαλλικής αποικιοκρατίας.
Η ιστορική αυτογνωσία απαιτεί μεγάλο θάρρος. Ισως δεν υπάρχει δυσκολότερη κατάκτηση για έναν λαό από την αναγνώριση της ενοχής και των ευθυνών που προκύπτουν από αυτή. Ομως η ιστορική εμπειρία δείχνει πως πολλές φορές, ζητήματα που προσεγγίζονται αρχικά με μεγάλη δυσκολία και προκαλούν επιθετικότητα απέναντι σε όσους τα θέτουν, σταδιακά γίνονται αντικείμενο συζήτησης και έρευνας. Και όταν ωριμάσουν οι συνθήκες, αναγνωρίζονται ως αυτά που πραγματικά ήταν και όχι ως αυτά που πολλοί θα επιθυμούσαν να είναι.
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.
Έντυπη

Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

Τάσος Ανθουλιάς: Ο νέος πολιτιστικός Μεσαίωνας



Έχοντας τερατώδη προβλήματα με τους αλήτες, αγράμματους, φασίστες όλων των χρωμάτων, βλαμμένους, καθίκια, απατεώνες κλπ. που μας κυβερνούν δεν έχουμε την πολυτέλεια να δούμε με προσοχή τι γίνεται στον κόσμο γύρω μας.
Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει την πολιτιστική παρακμή που ζει η ανθρωπότητα την τελευταία εικοσαετία. Μια παρακμή που είναι, φυσικά, φυσιολογική αν βάλουμε τα πράγματα στη σειρά τους.
Το τέλος του Β’ παγκοσμίου πολέμου ήταν η αρχή της οικονομικής ανάπτυξης του δυτικού κόσμου. Με πολλή δουλειά, με μεγάλη προσπάθεια πάνω στα ερείπια που άφησε πίσω του ο πόλεμος, με θέληση να φτιαχτεί ένας καλύτερος νέος κόσμος.
Ήταν φυσικό, λοιπόν, να ανθίσουν όλες οι τέχνες αφού αυτές ήταν η έκφραση του «νέου» ανθρώπου που ήθελε να χτίσει ένα διαφορετικό μέλλον. Και οι τέχνες αναπτύχθηκαν παράλληλα με τη νοοτροπία που επικρατούσε στην κοινωνία (σε ένα σοβαρό μέρος της).
Αλλά από τη δεκαετία του ’70 τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Οι βασικές ανάγκες των ανθρώπων είχαν καλυφθεί και άρχισαν να περισσεύουν χρήματα για απλή κατανάλωση.
Σιγά-σιγά η απλή κατανάλωση γιγαντώθηκε και παρέσυρε τα πάντα – και φυσικά άλλαξε και τη νοοτροπία των ανθρώπων.
Ταυτόχρονα τέλειωσε και η βιομηχανική κοινωνία. Οι νέες τεχνολογίες οδήγησαν σε άλλες σχιζοφρενικές καταστάσεις που εκφράστηκαν και στην πολιτική. Τραμπ, Κόρμπιν, Γκρίλο κλπ. βγήκαν από τα ψυχιατρεία και ψηφίστηκαν από τους λαούς που αδυνατούν να καταλάβουν τη νέα πραγματικότητα.
Κοινωνίες που έχουν χάσει τον μπούσουλα, θέλουν να αυξήσουν χωρίς κανένα λόγο την κατανάλωσή τους σε οτιδήποτε τους προσφέρεται χωρίς να το έχουν ανάγκη, τι είδους πολιτισμό μπορούν να αναπτύξουν;
Τον πολιτισμό των Καρντάσιανς στον νέο πολιτιστικό Μεσαίωνα.
Κι έτσι τώρα μπορούμε να βλέπουμε τα σκουπίδια όχι μόνο στις χωματερές αλλά και στις ετήσιες Documenta που εκφράζουν απόλυτα τον σύγχρονο παγκόσμιο πολιτισμό.


Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Μια παράδοξη κληρονομιά και άλλες περιπέτειες


Κακό πράγμα η ιδεολογική ανάγνωση της Ιστορίας. Όχι για την Ιστορία αλλά για όσους την κάνουν. Ο Σ. Καλύβας έγραψε κάποια πράγματα σε μια απόπειρα να ξαναδούμε την περίοδο της χούντας. Άλλα εύστοχα και άλλα άστοχα κατά τη γνώμη μου, αλλά αυτό είναι το άρθρο, γράφεται για να ανοίξει συζητήσεις. Προκάλεσε αγανάκτηση σε αριστερούς και έφερε το "λιθοβολισμό" του συγγραφέα.
Ο  Ε. Δημόπουλος όμως δείχνει ότι τα όσα γράφει ο Καλύβας τα έχουν πει κι άλλοι χωρίς να προκαλέσουν σύστριγγλο. Ο Παναγής Παναγιωτόπουλος βάζει τα πράγματα σε άλλη βάση 
 Οι υστερικές αντιδράσεις οφείλονται στα Εμφύλια πάθη. Οι αριστεροί μεγαλώσαμε με μια ανάγνωση του εμφυλίου, αυτής των αμυνόμενων και τελικώς σφαγιασθέντων κομμουνιστών και αγωνιστών της εθνικής αντίστασης. Ο Καλύβας με το Μαραντζίδη έγραψαν ότι συνέβησαν και άλλα πράγματα. Ότι το ΚΚΕ ήθελε από την αρχή να μας κάνει Σοβιετία και σε όλη τη διάρκεια της κατοχής αλλά και μετά και δούλεψε πάνω σε αυτό. Την αμφισβήτηση αυτού του θεμελιακού αριστερού στερεότυπου δεν του τη συγχωρούν οι ασυγχώρητοι. Εγραψαν δηλαδή επισήμως αυτό για το οποίο κατηγορούσε ο κάθε ασυγχώρητος αριστερός το ΚΚΕ μετά τη λήξη του εμφυλίου. Γιατί απέτυχε να μας κάνει Σοβιετία.
Ακολουθεί το άρθρο και μια εύστοχη αναφορά του Ευθύμη Δημόπουλου και μια παρέμβαση του Παναγή Παναγιωτόπουλου. Καλά παιδιά και οι δυο και φίλοι μου 
Μια παράδοξη κληρονομιά
Στάθης Καλύβας απο την Καθημερινή
Η​​ επέτειος πενήντα χρόνων από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου προσφέρεται ως ευκαιρία για αναστοχασμό. Είτε μας αρέσει είτε όχι, η σημερινή πραγματικότητα είναι σε κάποιο, μάλλον όχι ασήμαντο, βαθμό προϊόν και της δικτατορίας. Ποιες όμως ήταν οι μακροχρόνιες επιπτώσεις της για τη χώρα μας; Σε τι θα διέφερε η Ελλάδα σήμερα εάν δεν είχε γίνει το πραξικόπημα τότε; Τι ακριβώς μας κληροδότησε; Τι κουβαλάμε πάνω μας απ’ αυτό το ιστορικό παρελθόν; Πρόκειται προφανώς για δύσκολα και μάλλον αναπάντητα ερωτήματα, που δεν μπορούμε όμως και δεν πρέπει να αποφεύγουμε. Για να συζητηθούν άλλωστε αυτά και πολλά άλλα, οργανώθηκε αυτό το Σαββατοκύριακο ένα ιστορικό συνέδριο στο Ιδρυμα Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου.
Η 21η Απριλίου κατέχει κομβική θέση στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία. Υπήρξε το τελευταίο στρατιωτικό κίνημα που πέτυχε να ανατρέψει μια εκλεγμένη κυβέρνηση και να την αντικαταστήσει με μια στρατιωτική «χούντα», όπως επικράτησε να αποκαλείται κατά τη λατινοαμερικανική πρακτική. Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1973 στην Κύπρο υπήρξε και θνησιγενές και άμεσα απότοκο του ελληνικού. Από την άποψη αυτή, μπορούμε να μιλάμε για μια ιστορική καμπή στην Ευρώπη, μετά την οποία το πραξικόπημα ως πολιτική πρακτική μπαίνει στη ναφθαλίνη.
Επιχειρώντας να προσεγγίσω τη «μεγάλη εικόνα» πενήντα χρόνια μετά, θα εντόπιζα δύο μεγάλα παράδοξα. Πρώτο, πως μολονότι προερχόμενοι από τους κόλπους της σκληροπυρηνικής Δεξιάς, οι πραξικοπηματίες συνέβαλαν τελικά στον πλήρη εκδημοκρατισμό της Δεξιάς και διαμέσου αυτής και της χώρας. Δίχως τον Απρίλιο του ’67 δεν θα είχε υπάρξει ο Ιούλιος του ’74. Δεύτερο, αν και επιχείρησαν να κρατήσουν την κοινωνία στάσιμη, να την παγώσουν δηλαδή, συνέβαλαν τελικά με έμμεσο τρόπο στον ραγδαίο αξιακό και πολιτισμικό εκσυγχρονισμό της. Ιδωμένη λοιπόν από την οπτική του παρόντος, η δικτατορία είτε δεν εμπόδισε τον πολιτικό και κοινωνικό εκσυγχρονισμό της χώρας είτε τον υποβοήθησε, χωρίς βέβαια να επιδιώκει κάτι τέτοιο.
Το πραξικόπημα περιγράφεται συχνά ως μια απόπειρα των σκληροπυρηνικών στοιχείων της Δεξιάς να διακόψουν την επίπονη πορεία της μετεμφυλιακής Ελλάδας προς την υιοθέτηση ενός σύγχρονου δημοκρατικού μοντέλου. Υπήρχε όμως εναλλακτική διαδρομή και ποια θα ήταν αυτή; Μια πειστική αντίληψη διαβλέπει στην αδυναμία των πολιτικών ελίτ να λειτουργήσουν συναινετικά στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’60 το βασικό αίτιο της εκτροπής. Στη λογική αυτή, ο ομαλός εκδημοκρατισμός ήταν ανέφικτος την εποχή εκείνη για μια σειρά λόγων και, επομένως, το πραξικόπημα ήταν αναπόφευκτο, αλλά επίσης συνιστούσε εκ των πραγμάτων τον πιο πιθανό δρόμο προς τη δημοκρατία. Ομως, η διεθνής εμπειρία προσφέρει αρκετά παραδείγματα χωρών που εκδημοκρατίστηκαν σταδιακά, δίχως πραξικοπηματικές εκτροπές. Από την άλλη, ο τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκαν τα πράγματα τελικά οδήγησε στην τραγωδία της Κύπρου, που κατέστησε δυνατή μια ριζική και άμεση λύση του «δημοκρατικού προβλήματος» της χώρας, δημιουργώντας ένα βαθύ και ανυπέρβλητο ρήγμα ανάμεσα στην ακραία και στη μετριοπαθή Δεξιά, χωρίς το οποίο η πορεία προς τον εκδημοκρατισμό θα ήταν πολύ πιο δύσκολη και προβληματική. Χωρίς το σοκ του Ιουλίου ’74 δύσκολα θα είχαμε την καθαρή λύση του πολιτειακού και τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ το 1974, αποφάσεις που παρέμεναν στον χώρο της φαντασίας μόλις δέκα χρόνια πριν.
Ενα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα που σχετίζονται με την ερμηνεία και την αποτίμηση της δικτατορίας είναι το θέμα της λαϊκής αποδοχής της. Δεν υπάρχουν ασφαλείς δείκτες για να μετρηθεί, όμως αρκετοί αντικειμενικοί παρατηρητές της εποχής κάνουν λόγο για μια επιφανειακή μεν αλλά πλατιά αποδοχή. Πράγματι, η δικτατορία ταυτίστηκε με μια εποχή μεγάλης οικονομικής ανόδου και αισιοδοξίας, με την κορύφωση ουσιαστικά του μεταπολεμικού ελληνικού οικονομικού θαύματος. Η χώρα αστικοποιήθηκε, η οικοδομική δραστηριότητα γνώρισε δόξες, το οδικό δίκτυο επεκτάθηκε, ο εξηλεκτρισμός της χώρας ολοκληρώθηκε και πραγματοποιήθηκαν μεγάλης κλίμακας ξένες επενδύσεις. Παρά τις αυταρχικές πρακτικές του καθεστώτος, πολλές τέχνες άνθησαν και η νεολαία προσέγγισε μαζικά τα δυτικά πρότυπα διασκέδασης, κατανάλωσης και ζωής. Η κοινωνία του 1974 μικρή σχέση είχε με αυτή του 1964.
Η διαδικασία κοινωνικού εκσυγχρονισμού είχε, βέβαια, ξεκινήσει πριν από τη δικτατορία, αλλά εκείνη την επιτάχυνε γνωρίζοντας πως η αποδοχή της εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από την οικονομική ανάπτυξη και ενισχύοντας την τάση των ανθρώπων για αναζήτηση της ευτυχίας στην ιδιωτική σφαίρα. Οπως όμως συμβαίνει στις περιπτώσεις αυτές, η νέα μεσαία τάξη που αναδύθηκε την περίοδο εκείνη απαίτησε, όταν ήρθε η στιγμή, τον απογαλακτισμό της από το καθεστώς που την ανέδειξε. Και ίσως για τον λόγο αυτό, όταν τον πέτυχε, να θέλησε να ξεχάσει την εποχή αυτή αποποιούμενη κάθε ευθύνη και συνενοχή.
Η δικτατορία ξεπεράστηκε εύκολα και γρήγορα. Ισως γιατί υπήρξε ένα μικρό διάλειμμα δίχως μεγάλη σημασία. Ισως γιατί μας θυμίζει κάποιες ενοχλητικές πτυχές της Ιστορίας που προτιμάμε να βάζουμε στην άκρη. Ισως πάλι, γιατί χωρίς αυτήν, ο πολιτικός και κοινωνικός εκσυγχρονισμός της χώρας να είχε απαιτήσει πολύ πιο μακρόχρονες και επίπονες διαδικασίες. Η δικτατορία είναι σαν ένα από αυτά τα μεγάλα παλιά έπιπλα που δεσπόζουν σε ένα δωμάτιο τόσο πολύ που δεν τα παρατηρούμε ποτέ.
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

Ευθύμης Δημόπουλος: 
Ορισμένα από τα συμπεράσματα της «Παράδοξης κληρονομιάς» του Σ. Καλύβα έχουν παρουσιαστεί ξανά σε αρθρογραφία και κανείς από τους συγγραφείς των άρθρων δεν κατηγορήθηκε ως «απολογητής της δικτατορίας».
• «Η δικτατορία επέδρασε άμεσα ή έμμεσα στη μεταμόρφωση του ελληνικού πολιτικού χάρτη. Κατ’ αρχάς προκάλεσε ένα βαθύ ρήγμα στη Δεξιά. Βαθμιαία το μεγαλύτερο τμήμα της Δεξιάς, απογοητευμένο και αντίθετο με τη στρατιωτική χούντα, προχώρησε στην αποκοπή του από το ακραίο τμήμα του. Η δικτατορία επέσπευσε τη διαδικασία μεταλλαγής της δεξιάς σ’ ένα δημοκρατικό φιλελεύθερο κόμμα». (Φοίβος Οικονομίδης,Ιστορικά Ελευθεροτυπίας, 19 Απριλίου 2001)
• « Ο Μακαρέζος σε άρθρο του, που έγινε δεκτό στους Financial Times, το Φεβρουάριο του 1969, προέβλεπε ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ θα έφθανε τα 1.000 δολάρια το έτος 1972. Στην πραγματικότητα, ο στόχος αυτός επιτεύχθηκε μόλις το 1970! Το ΑΕΠ συνέχισε να αυξάνει και τα επόμενα χρόνια, ξεπερνώντας κατά κεφαλήν τα 1.200 δολάρια το 1973, για να υποστεί μικρή κάμψη το 1974. Το πέρασμα από τα 700 στα 1.250 δολάρια μέσα σε έξι χρόνια δεν ήταν ένα απλό στατιστικό φαινόμενο. Στην πραγματικότητα αντικατοπτρίζει μια πορεία που σε άλλες χώρες χρειάστηκε δεκαετίες για να επιτευχθεί. Με αυτή την έννοια, ήταν πράγματι πορεία εντυπωσιακή. Όμως, θα αλλοίωνε κανείς την πραγματικότητα, αν δεν λάμβανε υπόψη τι είχε συμβεί πριν από τη δικτατορία. Το 1953 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ήταν περίπου 300 δολάρια. Το 1965 είχε περάσει τα 600 και όπως φαίνεται στο γράφημα 1, η πορεία του δείκτη στα δύο χρόνια πριν από το πραξικόπημα υπήρξε εξίσου εντυπωσιακή. Συνεπώς, στην περίοδο 1967 – 1974 συνεχίστηκε μια πορεία που είχε ξεκινήσει αρκετά χρόνια πριν, τότε που διαμόρφωναν την οικονομική πολιτική οι κυβερνήσεις του Συναγερμού και της ΕΡΕ». (Ευάγγελος Χεκίμογλου, Ιστορικά Ελευθεροτυπίας, 19 Απριλίου 2001)
• «Από το 1971 βιβλία, εφημερίδες, κινηματογραφικά και θεατρικά έργα με καμουφλαρισμένα μηνύματα δημιουργούν μια νέα πνευματική ζωή». (Γιώργος Αναστασιάδης Ιστορικά Ελευθεροτυπίας, 19 Απριλίου 2001)
• «Στη χούντα ξεκινά η μετάβαση προς μια κοινωνία της κατανάλωσης, με πρότυπα απόλυτα ομογενοποιημένα: τηλεόραση (1968), σουπερμάρκετ (1970), αυτοκίνητο σε μαζική κλίμακα, διαρκή καταναλωτικά αγαθά, διαμέρισμα και εξοχικό……………………..Η χούντα ενθάρρυνε τα μεγαλόπνοα επενδυτικά σχέδια (Καράς, Εσο Πάπας, Καραγιώργης – Πύλος, Λάτσης και Βαρδινγιάννης – Ελευσίνα, Ναυπηγεία κλπ). Παράλληλα προέκρινε τον Πειραιά ως διεθνές εφοπλιστικό κέντρο και καλλιέργησε την ιδέα της ανάδειξης νέων κέντρων εμπορίου στον ευρύτερο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου (Βόλος, Πάτρα, Ηράκλειο) (Γιώργος Σταθάκης Βιβλιοθήκη Ελευθεροτυπίας, 20 Απριλίου 2007)

Παναγής Παναγιωτόπουλος

Μου είναι πολύ δύσκολο να παρακολουθήσω τον σκανδαλισμό που προκαλεί σε ορισμένους το άρθρο του Καλύβα. Θα ήταν πιο ειλικρινείς στην καταγγελία τους αν αυτό το όψιμο αντιχουντικό-αντιαναθεωρητικό ρεφλέξ το είχαν εκδηλώσει όταν άρχισε η μεγάλη επίθεση στη Μεταπολίτευση, από το 2010 και μετά. Αν δεν είχαν ανεχτεί δίπλα τους την ρητορική "Η χούντα δεν τελείωσε το 73", αν δεν είχαν συμπαρασταθεί στους μουντζολαικιστές της Πλατείας, αν είχα ασκήσει κριτική στο κατά βάθος χουντείκο ντελίρο εκείνου που κάθε τόσο και λιγάκι καταδικάζει "τα τελευταία 40 χρόνια". Όμως την ενόχληση και την διαφωνία των άλλων, αυτών που πολιτικά και υπαρξιακά κατανοούν την αξία της Μεταπολιτευτικής περιόδου, την συμμερίζομαι σε μεγάλο βαθμό. Ειδικά όσων, όπως και εγώ, φροντίζουν να μην αφορίζουν και να μην στιγματίζουν ένα πρόσωπο αλλά αντιλαμβάνονται ότι η συζήτηση όπως προσπαθεί να την οργανώσει ο Καλύβας είναι προβληματική και ατελέσφορη. Επειδή τυχαίνει να είμαι εδώ και αρκετά χρόνια μελετητής της προ και της μετα δικατορικής περιόδου, αναγκαστικά σχηματίζεται μέσα μου και μια θεώρηση της Χούντας. 

Το στοίχημα είναι ακριβώς εκεί: αν θα υπάρξουν κάποια στιγμή οι όροι για μια θεώρηση, ερευνητική και παραγωγική της περιόδου, διότι παρά τις ενδιαφέρουσες προσθήκες των ερευνητών για την περίοδο είμαστε σε αρκετά μεγάλο βαθμό εγκλωβισμένοι σε μια ηθική στάση απέναντι στο ιστορικό και κοινωνικό φαινόμενο η οποία στερεί την δυνατότητα να μάθουμε. Με άλλα λόγια επταετία 67-74 παραμένει ένα μαύρο κουτί, στο μέτρο που η μετα-ιστορική δημόσια ιστορία και η πολιτική μνήμη ενοποιούν όλα τα φαινόμενα, τις μυριάδες κοινωνικών κοινωνικών και πολιτισμικών μιας κοινωνίας. Αυτή την αδυναμία σωστά εντοπίζει ο Καλύβας (χωρίς να είναι ούτε ο πρώτος, ούτε ο μόνος), ό τι πχ υπάρχουν δυναμικές που δεν ανακόπτονται από την Χούντα. Μας λέει με άλλα λόγια ότι η Χούντα δεν είναι ένα ολοκληρωτικό καθεστώς αλλά ένα αυταρχικό καθεστώς και ότι ο καπιταλισμός και η κοινωνική μηχανική της ελληνικής του εκδοχής δεν έπαψαν να αναπτύσσονται στο εσωτερικό της και επί των ημερών της. Κάτι τέτοιο όμως είναι στο όριο του αυτονόητου και της ταυτολογίας, πράγμα όχι και τόσο παραγωγικό για την κουβέντα (αντιπαραγωγικό ίσως όταν το παρουσιάζει τόσο εμφατικά και αξιωματικά) αλλά παραλείπει να μιλήσει για τις δυναμικές που ανεκόπησαν εξ αιτίας της Χούντας, και είναι ουκ ολίγες και ιδιαίτερα σημαντικές. 
Σε ό τι αφορά δε τον κοινωνικό εκσυγχρονισμό το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο στο μέτρο που δεν τον αντιπαραθέτει με την υπερπολιτικοποίηση (πράγμα απολύτως απαραίτητο και εμφανές όταν μελετάει το χάσμα ανάμεσα σε μια οικονομία και κοινωνία που εκσυγχρονίζονται δυναμικά και δημοκρατικά από τη μία στα 60ζ και από την άλλη, την ίδια περίοδο, την πολιτική οξείδωση και τον αταβισμό που κινούνται παράλληλα και που εν τέλει οδηγούν στο πραξικόπημα). Αυτή η υπερπολιτικοποίηση της κοινωνίας, την οποία ορισμένες δυναμικές του 60 έδειχναν να ξεπερνούν, θα την κληροδοτήσει πχ η Χούντα στην Μεταπολίτευση, μαζί με την αντιφασιστική δημοκρατική συναίνεση (που δεν την ονομάζει όμως έτσι) την οποία επικαλείται ως άτυπο ιστορικό ευεργέτημα της Χούντας προς εμάς, σε αυτή την προβληματική τελεολογία του. 
Εν τέλει με το άρθρο του ο Καλύβας, ενώ προσπαθεί να θίξει την μονομπλοκ θεώρηση του μαύρου κουτιού της Χούντας, περισσότερο δυναμιτίζει παρά οργανώνει το αίτημα μιας διαφοροποιημένης και πλουραλιστικής έρευνας για την περίοδο. Νομίζω ότι οι δυο κεντρικές του θέσεις (συνέχειες, ευεργετική τελεολογία) ενώ θα μπορούσαν υπό όρους να είναι το κίνητρο μιας ερευνητικής περιέργειας εμφανίζονται ως αξιωματικές παραδοχές, Επιμένω να θεωρώ ότι είναι πιο ενδιαφέρον να δούμε ποιες συνέχειες με την δεκαετία του 60 χάσαμε ως μεταπολιτευτική δημοκρατία από το να αποκαταστήσουμε κάτι που μάλλον εύκολα αποδεικνύεται, ότι η πολιτική της Χούντας δεν διέλυσε, διότι δεν μπορούσε, την αναπτυξιακή τροχιά και τον εκδυτικισμό. Η ακόμα, πιστεύω ότι είναι πιο σημαντικό να σκεφτούμε ποια είναι η μηχανική που φέρνει την λεγόμενη φάση «φιλελευθεροποίησης» του καθεστώτος και τι παράγει κατόπιν η ίδια, από το να αφήνουμε να εννοηθεί ότι οι κατοπινές θετικές εξελίξεις ενός αρνητικού φαινομένου μπορεί να σχετικοποιήσουν την αρνητικότητα του.

Αλλα άρθρα

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Ευθύμης Δημόπουλος: Επικοινωνιακή και δημοκρατική πολιτική


Με αφορμή τη συμφωνία στο τελευταίο Eurogroup ο πρωθυπουργός εκφώνησε έναν ακόμη πανηγυρικό στον ελληνικό λαό, ο Καμένος μόστραρε διαδικτυακά τις γραβάτες που προτιμά για την περίσταση και ο Πολάκης κραύγασε «πάρτε τα !». Υστερικές επικοινωνιακές αντιδράσεις που δείχνουν ανευθυνότητα αλλά και πανικό. 
Οι πιο έγκυροι αναλυτές χαρακτηρίζουν τη συμφωνία ως «συμφωνία διατυπώσεων», γεμάτη εκκρεμότητες και «ιδρώνουν» να την αποκρυπτογραφήσουν. Φαίνεται ότι πρόκειται για μια προσωρινή διευθέτηση θεσμικών ισορροπιών και μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων στην Ευρώπη. Αν έτσι προσλαμβάνουν τη συμφωνία μυημένοι αναλυτές, καταλαβαίνετε τι συμβαίνει με τους απλούς πολίτες. Για αυτούς οι γρίφοι της συμφωνίας συνεπάγονται αδιαφορία, αποχή από την ενημέρωση, αποστασιοποίηση από την πολιτική και τελικά εκνευρισμό για τους χειρισμούς των πολιτικών. Και όμως η δημοκρατική πολιτική θα έπρεπε να διαχέεται στην κοινωνία με αποκρυσταλλώσεις και εκλαϊκεύσεις που εξασφαλίζουν συμμετοχή, συσπειρώνουν και συνεγείρουν. Όχι με επικοινωνιακά πανηγύρια. 


Όμως η επικοινωνιακή πολιτική προκρίνει το παρόν, ακόμη και στις σύντομες εκδοχές του (εικοσιτετράωρες ή εβδομαδιαίες) εις βάρος της προοπτικής. Δεν χτίζει, υποθηκεύει. Παρατείνει και να παραπέμπει. Είναι αυτό που λέει ο Ζουράρις «ποιος ζει και ποιος πεθαίνει μέχρι τότε». Αυτό που καυχιέται ο κάθε συριζαίος βουλευτής ότι τα σκληρά μέτρα «αφορούν το 2019». Είναι αυτό που κάνει το ελληνικό πολιτικό σύστημα με τα κόκκινα δάνεια και με τον νόμο Κατσέλη. Είναι στην ουσία η βαθιά ρίζα της ελληνικής χρεωκοπίας. Άσε, αργότερα, βλέπουμε. Αντιθέτως η δημοκρατία προνοεί και προετοιμάζεται. Δεν ασωτεύει. 


Η κυβέρνηση βέβαια ισχυρίζεται ότι η διαρκής διαπραγμάτευση δεν την αφήνει να δουλέψει και να παράγει κυβερνητικό έργο. Ας αφήσουν τις αστειότητες. Οι χειρότερες επιδόσεις της κυβέρνησης έχουν να κάνουν με τον τομέα της Παιδείας όπου οι εταίροι καθόλου δεν παρεμβαίνουν. Σε αυτό το «απαλλαγμένο» από την διαπραγμάτευση πεδίο η κυβέρνηση ξεθεμελιώνει ότι έχει απομείνει. Ας μην κρυβόμαστε. Χωρίς τους πιεστικούς και λεπτομερείς ελέγχους των μηχανισμών επιτήρησης είναι απίθανο το ελληνικό πολιτικό σύστημα και ειδικά αυτή η κυβέρνηση να επιχειρούσε ακόμη και τις ελάχιστες διαρθρωτικές αλλαγές.
Άλλωστε παρά τις τσιρίδες του εθνολαϊκισμού σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον αυξανόμενων αλληλεξαρτήσεων, η διέξοδος στις κρίσεις δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά εθνική. Έχει ανάγκη συνδρομής και εποπτείας υπερεθνικών πολιτικών και οικονομικών υποκειμένων. Δεν είναι τυχαίο πως και η ίδια η συζήτηση για την ευρωπαϊκή ενοποίηση απόκτησε νέο περιεχόμενο μετά την εκδήλωση της κρίσης.

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

Θάνος Καψάλης: Το σχολείο που δεν ανταμείβει τον κόπο των παιδιών


Το νέο θέμα συζήτησης στο f/b είναι η πρόνοια για την εισαγωγή Ρομά στο Πανεπιστήμιο. Από κοντά και οι συζητήσεις για το αν και πώς το Ελληνικό σχολείο, ιστορικά, αναπαρήγαγε και συντήρησε την κοινωνική διαστρωμάτωση, αντί να την αίρει. Επ΄αυτών αξίζει να σημειωθούν μερικά ιστορικά στοιχεία και ένα ... βιωματικό.

Ας ξεκινήσουμε με τα ιστορικά.
*Η Ελλάδα λοιπόν περιλαμβανόταν μεταξύ των πρώτων ευρωπαϊκών κρατών που καθιέρωσαν την υποχρεωτική δημοτική εκπαίδευση (1834)
*Στα μέσα του 19ου αιώνα η Ελλάδα είχε 5.000 μαθητές που φοιτούσαν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σε σχέση με τους 20.000 μαθητές, της εικοσαπλάσιας σε πληθυσμό Γαλλίας.
* Στα χρόνια της μαζικής μετανάστευσης στις ΗΠΑ (1900-1914), μόνο ένας στους τέσσερις Έλληνες μετανάστες ήταν αναλφάβητος, ενώ αντίθετα ένας στους δύο Ιταλούς.
*Στα τέλη του 19ου αιώνα, η Ελλάδα ήδη είχε ένα από τα υψηλότερα ευρωπαϊκά ποσοστά φοιτητών σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό.

Και το βιωματικό: Μιλώντας τις προάλλες για τις αλλαγές που έχουν γίνει στο Γυμνάσιο (κατάργηση εξετάσεων, ευνοϊκές ρυθμίσεις για την προαγωγή των μαθητών) με ένα παλαιό υψηλόβαθμο στέλεχος της εκπαίδευσης, που αν και προερχόταν από μια ταπεινή αγροτική οικογένεια της Πελοποννήσου, κατόρθωσε να υπερπηδήσει τους όποιους φραγμούς, ώστε να μορφωθεί, να επιμορφωθεί και να διακριθεί, μου είπε:

"Αν εγώ, που προερχόμουν από μια φτωχή οικογένεια αγροτών, φοιτούσα σε ένα σχολείο σαν και αυτό-που δεν ενθαρρύνει και δεν ανταμείβει τον κόπο και την προσπάθεια για τη μόρφωση-τότε είναι αμφίβολο αν δεν εξακολουθούσα να βόσκω, ως τώρα, τα πρόβατα που είχα κληρονομήσει από τον πατέρα μου".